ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ...
2. Απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς που γεννήθηκαν στην Ελλάδα Aξίζει τον κόπο να αναλυθούν οι επίμαχες διατάξεις του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, ορισμένα σημεία του οποίου προκαλούν ομολογουμένως την κοινή λογική και τη νομική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προβλέπει στο άρθρο 1Α παρ. 1 ότι «Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται στην Ελλάδα και ένας από τους γονείς του κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη χώρα επί πέντε συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του. Αν το τέκνο γεννήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας νόμιμης διαμονής του γονέα στη χώρα, η παραπάνω κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής υποβάλλεται με την παρέλευση της πενταετίας συνεχούς νόμιμης και μόνιμης διαμονής του γονέα στη χώρα.» Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, το παιδί κάθε μετανάστη που κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τουλάχιστον για πέντε συνεχόμενα έτη αποκτά αυτόματα με τη γέννηση του και εφόσον υποβληθεί από τους γονείς του κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στις αρμόδιες τοπικές αρχές την ελληνική ιθαγένεια. Ακόμα όμως και αν το τέκνο γεννήθηκε πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς νόμιμης και μόνιμης διαμονής ενός από τους γονείς του στη χώρα, αποκτά την ελληνική ιθαγένεια, αφού παρέλθουν πέντε έτη συνεχούς, νόμιμης και μόνιμης διαμονής του ενός γονέα του στην Ελλάδα.
Η διάταξη αυτή είναι από πολλές απόψεις προβληματική:
α) διότι επιτρέπει στην ουσία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, τη χορήγηση ιθαγένειας σε αλλοδαπό που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα, χωρίς να προαπαιτείται η νόμιμη και μόνιμη διαμονή και του δεύτερου γονέα, στην περίπτωση που ασκεί από κοινού με τον έτερο την επιμέλεια του. Αυτό σημαίνει, ότι π.χ. σε περίπτωση που ένας από τους γονείς του εν λόγω τέκνου (λ.χ. ο πατέρας) διαμένει παράνομα ή προσωρινά στη χωρά, το στοιχείο αυτό δεν εμποδίζει την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας του τέκνου.
β) Δεν εξετάζεται ως προϋπόθεση απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπό τέκνο η νόμιμη είσοδος των γονέων αυτού στη χώρα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αντλούν από την «ελληνοποίηση» του πολλαπλά δικαιώματα και ωφέλειες όλες εκείνες οι οικογένειες στις οποίες ο ένας ή και οι δύο γονείς του έτυχε να λάβουν άδεια διαμονής εκ των υστέρων με κάποια από τις μαζικές διαδικασίες νομιμοποίησης των ετών 1997, 2001, 2005 και 2007. Και σα να μην έφθανε αυτό, πρέπει συνυπολογιστούν οι «έμμεσες νομιμοποιήσεις» σε πλείστες περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος με διαδοχικές ρυθμίσεις παρέτεινε αυτοδικαίως τη χρονική ισχύ των αδειών διαμονής, ακόμα και μετά την λήξη της ισχύος τους ή εκ των υστέρων δέχθηκε την εκπρόθεσμη κατάθεση των σχετικών αιτημάτων (με διατάξεις στους νόμους 2910/2001, 3013/2002, 3103/2003, 3242/2004, 3386/2005, 3448/2006 και 3536/2007). Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προφανές ότι η πενταετής νόμιμη παραμονή στη χώρα είναι ουσιαστικά πλασματική.
γ) Ακόμα όμως και αν ένα τέκνο αλλοδαπών έχει γεννηθεί στην Ελλάδα, πριν ο ένας τουλάχιστον από τους δύο γονείς του να έχει συμπληρώσει πέντε έτη νόμιμης και μόνιμης κατοικίας στη χώρα, το τέκνο αυτό μπορεί επίσης με κοινή δήλωση και αίτηση των γονέων του στο δημοτολόγιο να αποκτήσει αργότερα την ελληνική ιθαγένεια, όταν το απαιτούμενο διάστημα της πενταετούς νόμιμης και μόνιμης κατοικίας του ενός τουλάχιστον γονέα θα έχει συμπληρωθεί στο μέλλον. Αρκεί δηλαδή η συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου της πενταετούς νόμιμης και μόνιμης κατοικίας τους ενός τουλάχιστον γονέα στη χώρα να συμβεί και μετά τη γέννηση του τέκνου. Δεν τίθεται όμως κάποιο χρονικό όριο για το πότε αρχίζει να μετράει το χρονικό αυτό διάστημα της πενταετίας. Συνεπώς, είναι δυνατό να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωση της προτεινόμενης διάταξης, ότι το χρονικό αυτό διάστημα νόμιμης και μόνιμης κατοικίας ενός αλλοδαπού γονέα στη χώρα μπορεί και να εκκινεί μετά τη γέννηση του αλλοδαπού τέκνου στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι στο νομοθετικό σχέδιο δεν ορίζεται κάποιος χρονικός περιορισμός ως προς την έναρξη της πενταετίας, ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται. Εφόσον συνεπώς το παραπάνω ισχύει, τότε αποκτούν δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας εκατοντάδες χιλιάδες τέκνα που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ακόμα και αν κατά το χρονικό σημείο της γέννησης τους και οι δύο γονείς τους ήταν παράνομοι αλλοδαποί μετανάστες. Αρκεί σε κάποιο χρονικό σημείο μετά τη γέννηση του γεννημένου στην Ελλάδα τέκνου (αδιάφορο για το νομοθέτη το πότε), ένας από τους δύο γονείς του να έχει με κάποιο τρόπο (αδιάφορο το πώς) νομιμοποιηθεί ως κάτοικος της χώρας και να έχει συμπλήρωσει το απαιτούμενο διάστημα των πέντε ετών νόμιμης και μόνιμης παραμονής[8]. Υπάρχουν συνεπώς στο προτεινόμενο νομοθετικό κείμενο σοβαρές λεκτικές ασάφειες ή αστοχίες που αφήνουν περιθώρια εναλλακτικών ερμηνειών. Ο νομοθέτης πρέπει να διευκρινήσει με σαφήνεια τα ακόλουθα ερωτήματα: ι) Υπάγονται στην προκείμενη περίπτωση αλλοδαποί, που οι γονείς τους μετά την πενταετή νόμιμη διαμονή και επομένως τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος στην ιθαγένεια εξέπεσαν της νομιμότητας; ιι) Υπάγονται στη ρύθμιση αλλοδαποί, που ασκούν το δικαίωμα που θεμελιώθηκε, όταν αυτοί ήταν ανήλικοι, μέσα στα 3 χρόνια από την ενηλικίωση τους (όπως προβλέπει το σχέδιο νόμου), αλλά έπαυσαν εντωμεταξύ να έχουν άδεια διαμονής σε ισχύ; ιιι) Προ πάντων, υπάγονται στην περίπτωση αυτή αλλοδαποί που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από παράνομους μετανάστες, που εκ των υστέρων νομιμοποιήθηκαν και συμπλήρωσαν έκτοτε πενταετή νόμιμη διαμονή στη χώρα; Οι απαντήσεις στα ανωτέρα ζητήματα δεν είναι αυτονόητες από τη γραμματική διατύπωση του νομοθετικού κειμένου και πρέπει να δοθούν από το νομοθέτη προς αποφυγή μαζικών δικαστικών διενέξεων. Για παράδειγμα, στο τελευταίο ερώτημα, ο συντάκτης του σχεδίου θα είχε αποφύγει την «παρερμηνεία» αν είχε υιοθετήσει την εξής διατύπωση: «Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται στην Ελλάδα και ο ένας από τους γονείς του κατά το χρόνο γέννησης του κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη επί πέντε συνεχή έτη αποκτά […] Αν το τέκνο γεννήθηκε πριν συμπληρωθεί η αναφερόμενη στο εδ. α’ πενταετία, η αίτηση εγγραφής δύναται να υποβληθεί μετά την συμπλήρωσή της». Αν ο νομοθέτης δεν αποσαφηνίσει κατάλληλα τη βούληση του, ανοίγει «παράθυρο» αυτοματης ιθαγενοποίησης ώστε από την ημέρα ψήφισης του συγκεκριμένου σχεδίου, όλων σχεδόν των αλλοδαπών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1989 από παράνομους μετανάστες αφού δεν έχει παρέλθει 3ετία από την ενηλικίωση τους και εγγράφονται στα δημοτολόγια με απλή αίτησή τους με μόνη προϋπόθεση την (πολύ πιθανή) πενταετή νόμιμη διαμονή που απέκτησε εκ των υστέρων ο ένας από τους γονείς τους με κάποια από τις μαζικές διαδικασίες νομιμοποίησης που προαναφέρθηκαν. Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι στο χέρι του νομοθέτη να διευκρινίσει τη σχετική βούλησή του προς αποφυγή παρερμηνείας.
δ) Συγχρόνως, στις προτεινόμενες διατάξεις δεν υπάρχει πρόνοια, ώστε έστω σε μεταγενέστερο στάδιο να λαμβάνεται υπόψη η βούληση του τέκνου ως προς την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. Αυτό εφαρμόζεται π.χ. στη σουηδική νομοθεσία, όπου σχετική δήλωση πρέπει να γίνει πριν το τέκνο συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Αν όμως το τέκνο έχει κλείσει το 12ο έτος της ηλικίας του και έχει αλλοδαπή ιθαγένεια, για την απόκτηση της σουηδικής ιθαγένειας απαιτείται η συναίνεση του τέκνου[9].
ε) Με βάση το άρθρο 1Α παρ.1 του προτεινόμενου νομοσχεδίου, η ελληνική ιθαγένεια σε τέκνα μεταναστών παρέχεται απλώς με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής των γονέων τους, εφόσον μόνον ο ένας από τους δύο έχει συμπληρώσει μία πενταετία νόμιμης και μόνιμης παραμονής στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό οι αρμόδιες αρχές περιορίζονται σε έναν τυπικό και μόνο έλεγχο των ανωτέρω προϋποθέσεων. Εντύπωση προκαλεί ακόμα και το ότι η προτεινόμενη διάταξη του νομοσχεδίου δεν ορίζει καμία συγκεκριμένη προθεσμία υποβολής της σχετικής κοινής δήλωσης και αίτησης εγγραφής των γονέων για λογαριασμό των τέκνων. Εκτός όμως των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη δεν προβλέπει ρύθμιση, με την οποία επιβάλλεται η εξέταση, αν τα τέκνα μεταναστών και κατ’ επέκταση η οικογένειά τους έχουν ενσωματωθεί κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά στην ελληνική κοινωνία. Η ασάφεια της προτεινόμενης διάταξης μπορεί κατά μία ερμηνεία να οδηγήσει σε αυτόματη «ελληνοποίηση» μεγάλου πλήθους μεταναστών, που γεννήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1989, χωρίς να εξετάζεται ουσιαστικά η ενσωμάτωσή τους
Καθίσταται από τα παραπάνω προφανής η απουσία βασικών ασφαλιστικών δικλείδων, που θα έπρεπε να ελέγχουν και πιστοποιούν, κατά το δυνατό αποτελεσματικά, το επίπεδο ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία των αλλοδαπών μεταναστών που επιθυμούν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι έως τώρα δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή ουσιαστικά μέτρα για την αφομοίωση και την ομαλή κοινωνική ένταξη των μεταναστών, τότε ο προβληματισμός επί των συγκεκριμένων διατάξεων αυξάνει.
3. Απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, ασχέτως του τόπου γέννησής τους
Ένα ακόμα επίμαχο σημείο του εν λόγω νομοσχεδίου είναι το ότι καθίσταται πλέον δυνατή η απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας από τέκνα αλλοδαπών (ανεξάρτητα από το αν οι γονείς τους έχουν εισέλθει ή τουλάχιστον κατοικούν νόμιμα στη χώρα), εφόσον το τέκνο «έχει παρακολουθήσει τις τρεις πρώτες τάξεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη χώρα.».[10] Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμα ότι «Την ελληνική ιθαγένεια αποκτά με κοινή δήλωση των γονέων του και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του Δήμου μόνιμης κατοικίας του και το τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα.»[11]. Η παρακολούθηση μάλιστα των έξι τάξεων διδασκαλίας σε ελληνικό σχολείο δεν απαιτείται καν να είναι συνεχόμενη ή, να έχει οδηγήσει σε ολοκλήρωση μίας τουλάχιστον βαθμίδας εκπαίδευσης (πρωτοβάθμιας ή γυμνασιακής).
Ακόμα όμως και αν οι γονείς του αλλοδαπού τέκνου, που εμπίπτει στις παραπάνω διάταξεις (άρθρο 1Α παρ. 1,2 του εν λόγω νομοσχεδίου), δεν υποβάλλουν κοινή δήλωση απόκτησης ιθαγένειας υπέρ του τέκνου μέχρι την ενηλικίωσή του, τότε το τέκνο αλλοδαπών, εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, αποκτά την ελληνική ιθαγένεια με δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, την οποία το ίδιο δικαιούται να υποβάλει στον Δήμο της μόνιμης κατοικίας του το αργότερο εντός τριών ετών από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του.[12] Εξετάζοντας συνοπτικά και τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο παρέχει την ελληνική ιθαγένεια μαζικά και αυτόματα σε αλλοδαπούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 1Α παρ. 1 (που δεν έχουν δηλ. γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν γεννηθεί σε αυτήν, πλην όμως δεν συντρέχει η προϋπόθεση πενταετούς νόμιμης και μόνιμης κατοικίας στη χώρα ενός εκ των γονέων) και απλώς συνέβη να παρακολουθήσουν τις ελάχιστες προβλεπόμενες στην εν λόγω ρύθμιση τάξεις του ελληνικού σχολείου. Και σε αυτή την περίπτωση το δικαίωμα στην ιθαγένεια ενεργοποιείται με απλή εγγραφή στο δημοτολόγιο χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο και πιστοποίηση της όντως ομαλής ένταξης αυτών των προσώπων στην ελληνική κοινωνία. Εντύπωση προκαλεί η απάλειψη (κατ’ αντιδιαστολή με τη ρύθμιση της παρ. 1) της νόμιμης διαμονής του αλλοδαπού ή των γονέων του στη χώρα, ως προϋπόθεσης για την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας.
Είναι ενδεικτικό ότι ο νομοθέτης δεν προβλέπει στο παρόν νομοσχέδιο καμία εξαίρεση ως προς την κτήση ιθαγένειας των εν λόγω προσώπων (π.χ. σε περιπτώσεις που αυτά επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά ή αν οι γνώσεις τους ως προς την ελληνική γλώσσα, την ιστορία και εν γένει τον ελληνικό πολιτισμό αποδεικνύονται στην πράξη ανεπαρκείς). Σε μια περίοδο, κατά την οποία ακόμα και Έλληνες απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων αντιμετωπίζουν προβλήματα στη γλωσσική έκφραση της μητρικής τους γλώσσας, αλλά και στη στοιχειώδη γνώση της ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού,[13] - αφήνουμε κατά μέρος τα προβλήματα ανεργίας της ελληνικής νεολαίας κ.ά.- πώς άραγε μπορεί να διασφαλιστεί με τέτοιου είδους ρυθμίσεις ότι τέκνα αλλοδαπών που έχουν φοιτήσει στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού ή έστω σε έξι τάξεις ελληνικού σχολείου έχουν όντως ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακώλυτα και απροβλημάτιστα να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια και με την ενηλικίωσή τους το δικαίωμα ψήφου;
4. Κτήση ελληνικής ιθαγένειας από ανιθαγενή τέκνα αλλοδαπών Παράλληλα με το επίμαχο νομοσχέδιο παρέχεται η ελληνική ιθαγένεια χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, σε τέκνα μετανάστη γονέα, ο οποίος γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα από τη γέννησή του. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1Α παρ. 4 του νομοσχεδίου ορίζει ότι «Την ελληνική ιθαγένεια μπορεί να αποκτήσει κάθε τέκνο που γεννιέται σε ελληνικό έδαφος, χωρίς μάλιστα να απαιτείται δήλωση και αίτηση των γονέων ή του ιδίου, εφόσον α.) ούτε αποκτά αλλοδαπή ιθαγένεια με τη γέννησή του ούτε μπορεί να αποκτήσει τέτοια με σχετική δήλωση των γονέων του στις οικείες αλλοδαπές αρχές όταν το δίκαιο της ιθαγένειας των γονέων του απαιτεί την υποβολή παρόμοιας δήλωσης ή β) Είναι άγνωστης ιθαγένειας ή γ) Ένας από τους γονείς του έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη χώρα από τη γέννησή του.» Οι περιπτώσεις α) και β) ορίζονται και στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3284/2004 και για κοινωνικούς και ανθρωπιστικούς λόγους κρίνονται εύλογες. Ως προς την εισαγωγή όμως της περίπτωσης γ) προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν θεσπίζεται ικανοποιητική ασφαλιστική δικλείδα ως προς την ομαλή ένταξη των γονέων του γεννημένου στην Ελλάδα τέκνου στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, τα ανιθαγενή τέκνα αλλοδαπού μετανάστη που γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα από τη γέννησή του απόκτουν αυτόματα την ελληνική ιθαγένεια χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης. Το αν οι γονείς των εν λόγω τέκνων βρίσκονται παράνομα στην Ελλάδα, δεν έχουν ενταχτεί ομαλά στην ελληνική κοινωνία ή επιδεικνύουν αποκλίνουσα παραβατική συμπεριφορά, δεν απασχολεί στο ελάχιστο το νομοθέτη. Το γεγονός όμως ότι ένας από τους αλλοδπούς γονείς του γεννημένου στην Ελλάδα τέκνου έχει και αυτός γεννηθεί στην Ελλάδα (οπότε μιλάμε για τρίτη γενιά μεταναστών) και κατοικεί μόνιμα στη χώρα, δεν αποτελεί εκ των ουκ άνευ και ασφαλές εχέγγυο για την ελληνοποίηση του εν λόγω τέκνου αυτόματα με τη γέννηση του. Απαιτούνται και άλλες ασφαλιστικές δικλείδες, όπως π.χ. η εξέταση το βαθμού προσαρμογής των γονέων στην ελληνική κοινωνία, η συνέπεια αποδοχής των συνταγματικών αρχών που διέπουν το ελληνικό κράτος.
5. Κτήση ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η διατάξη του άρθρου 2 του νομοσχεδίου που ορίζει τις προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας μέσω πολιτογράφησης. Σύμφωνα με αυτό: Για τον αλλοδαπό, που επιθυμεί να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση απαιτείται: - α) Να είναι ενήλικος κατά το χρόνο της υποβολής της δήλωσης πολιτογράφησης. - β) Να μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα, κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης, σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή ανεξαρτήτως ποινής και χρόνου έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα που ορίζονται αναλυτικά στο άρθρο 2 στοιχ. β΄ του εν λόγω νομοσχεδίου. - γ) Να μην εκκρεμεί σε βάρος του απόφαση απέλασης. - δ) Να διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα πέντε συνολικά έτη την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης. Η χρονική προϋπόθεση όμως της πενταετούς διαμονής δεν απαιτείται για αυτόν που είναι σύζυγος Έλληνα ή Ελληνίδας ή έχει τη γονική μέριμνα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας και διαμένει επί μια τριετία στην Ελλάδα, ούτε και για εκείνον που έχει γεννηθεί και κατοικεί συνεχώς στην Ελλάδα, αλλά και για ορισμένες ακόμα περιπτώσεις - ε) Να έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας. - στ) Να αποδεικνύει την ένταξή του στην ελληνική κοινωνία καθώς και τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες την διέπουν. Ως προς τη διάταξη αυτή θα έλεγε κανείς ότι οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις είναι θεμιτές και εύλογες. Η προϋπόθεση του στοιχείου δ) όμως είναι εμφανώς προβληματική. Κατ’ αρχήν, ο ορισμός ως προϋπόθεσης πολιτογράφησης της απλής διαμονής του αιτούντος στην Ελλάδα για πέντε από τα τελευταία δέκα έτη φαίνεται ιδιαίτερα ελαστική [14], αν συγκρίνει κανείς το αντίστοιχο νομικό καθεστώς πολιτογράφησης που ισχύει σε αναπτυγμένες χώρες (π.χ. Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Ελβετία, Πορτογαλία, Ιταλία κ.ά.). Κυρίως όμως με τη θέσπιση αυτής της προϋπόθεσης αποδεικνύεται ότι η νομοθετική απόπειρα της Κυβέρνησης συγχέει αλόγιστα την ένταξη των μεταναστών με την εκτεταμένη διεύρυνση των προϋποθέσεων απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Το κυριότερο προβληματικό σημείο συνιστά η μείωση των δέκα χρόνων νόμιμης παραμονής που απαιτούνται σήμερα - μεταξύ άλλων προϋποθέσεων - με βάση το άρθρο 5 παρ. 2 α του ν. 3284/2004, για να γίνει κάποιος Έλληνας, σε πέντε έτη. Έτσι όμως κατά τρόπο αντισυστηματικό ταυτίζεται, ουσιαστικά, το χρονικό διάστημα για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με τον χρόνο παραμονής που απαιτείται για να υπαχθεί ο μετανάστης στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος με βάση το άρθρο 67 του ν. 3386/2005[16]. Έτσι, εφόσον ψηφιστεί μια τέτοια ρύθμιση, δημιουργείται το εξής πρωτοφανές παράδοξο: Ο μετανάστης δεν έχει στην ουσία λόγο να ζητήσει την υπαγωγή του στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος (άρθρο 67 του ν. 3386/2005), το οποίο στην ουσία λειτουργεί και ως στάδιο πλήρους ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, η Ελλάδα εμφανίζεται πρόθυμη ν’ αποδώσει την ελληνική ιθαγένεια στους επί 5ετία διαμένοντες στη χώρα, όταν η ευρωπαϊκή Οδηγία που έχει ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, προβλέπει την απόδοση του καθεστώτος του «επί μακρόν διαμένοντος» στους νομίμως διαμένοντες επί 5ετία (με συνδρομή πολλών προϋποθέσεων, όπως η ύπαρξη εισοδήματος, η πλήρης ασφάλιση ασθενείας, η επαρκής γνώση της εθνικής γλώσσας κ.ο.κ.).[17] Στην πράξη ο μετανάστης αποτρέπεται από αυτή την επιλογή, εφόσον με λιγότερες μάλιστα προϋποθέσεις μπορεί με βάση τη νέα υπό συζήτηση ρύθμιση να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια που συνεπάγεται ακόμα περισσότερα προνόμια από το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, ασχέτως αν στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει η ουσιαστική ιδιότητα του Ελληνα πολίτη. Με τον τρόπο αυτό, η νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης οδηγεί αναπόφευκτα στη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπά άτομα που από αμηχανία και όχι συνειδητά θα επιλέγουν την ελληνική ιθαγένεια απλώς για να προσπορίζονται τα οφέλη που απορρέουν από την εν λόγω νομική ιδιότητα.[18] Η διάταξη αυτή είναι πιθανό και εύλογο ότι θα ωθήσει χιλιάδες αλλοδαπούς μετανάστες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, όχι επειδή όντως αισθάνονται (animus) Έλληνες, αλλά από σκοπιμότητα. Και ενώ όλες οι χώρες που είναι εστίες υποδοχής μεγάλου αριθμού μεταναστών, ιδίως δε εκείνες της ΕΕ, διακρίνουν σαφώς μεταξύ κανόνων απονομής της ιθαγένειας και κανόνων μεταναστευτικής πολιτικής, που αποσκοπούν στην ομαλή κοινωνική ένταξη των μεταναστών, η εν λόγω νομοθετική πρόταση καταργεί ουσιαστικά την εύλογη αυτή διάκριση.[19] Σπουδαίο ζήτημα ανακύπτει επίσης, για την κατηγορία των συζύγων Έλληνα ή Ελληνίδας ή των γονέων ημεδαπών, καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές, αν η αναφερόμενη στο σχέδιο νόμου (αλλά και στον ισχύοντα Κ.Ε.Ι.) τριετής διαμονή στη χώρα πρέπει να είναι και νόμιμη. Όπως είναι η διατύπωση κειμένου, αφήνεται να εννοηθεί ότι ο συντάκτης του επιθυμεί να απαλειφθεί πλήρως η χρονική προϋπόθεση της νόμιμης πενταετούς διαμονής και να επαναδιατυπωθεί εξ αρχής το χρονικό κριτήριο με την μη επανάληψη του όρου «νόμιμα». Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται από την πλήρη εξάλειψη προϋπόθεσης της νόμιμης διαμονής για όσους της ανωτέρω κατηγορίας γεννήθηκαν και κατοικούν συνεχώς στην Ελλάδα. Η ως άνω ρύθμιση, αν δεν είχε ως σκοπό να εξαλείψει την προϋπόθεση του νόμιμου χαρακτήρα της διαμονής δεν θα είχε κανένα νόημα, αφού αυτονόητα κάποιος που γεννιέται και κατοικεί συνέχεια στη χώρα, φθάνοντας σε ηλικία γάμου ή τεκνοποίησης έχει υπερβεί κατά πολύ τα τιθέμενα στο νόμο χρονικά κριτήρια! Γι’ αυτό το λόγο ενδεχομένως δεν επιλέχθηκε μια πιο δόκιμη νομοτεχνικά έκφραση όπως λ.χ.: «Ειδικά όμως για αυτόν που είναι σύζυγος Έλληνα […], ο χρόνος της προβλεπόμενης στο εδ.α΄ της παρούσας παραγράφου νόμιμης διαμονής περιορίζεται σε τρία έτη» Αβλεψία λοιπόν ή σκόπιμη ασάφεια που θα ανοίξει την κερκόπορτα ενός δεύτερου κύματος μαζικών ελληνοποιήσεων παρανόμων μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενεάς; Επιπλέον, ως προς τις προϋποθέσεις ε) και στ) εγείρονται εύλογα ερωτήματα, επειδή το νομοσχέδιο δεν διευκρινίζει το ακριβές πλαίσιο, με βάση το οποίο αυτές οι προϋποθέσεις θα ελέγχονται και θα πιστοποιούνται. Επίσης, δεν προβλέπεται καμία διαδικασία αξιολόγησης του χαρακτήρα (όπως π.χ. ισχύει στη Γαλλία, το Ην. Βασίλειο, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία κ.α.) και γενικά των γνώσεων του υπό πολιτογράφηση αλλοδαπού σε σχέση με την ιστορία, την πολιτική και γενικότερα τον πολιτισμό της χώρας (όπως π.χ. έχει θεσπίσει η Δανία, η Γερμανία κ.ά.). Δεν θεσπίζεται καμία υποχρέωση για παρακολούθηση μαθημάτων κοινωνικής και πολιτιστικής ένταξης, όπως ισχύει π.χ. στη Γερμανία και εν μέρει στην Ολλανδία. Τέλος, δεν προβλέπεται καμία περίπτωση αποποίησης της προηγούμενης ιθαγένειας του υπό πολιτογράφηση αλλοδαπού ως προϋπόθεση για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας (αυτό ισχύει π.χ. στη Γερμανία, τη Δανία, την Αυστρία, την Ολλανδία κ.α.).[20]
6. Μια παράβλεψη με ιδιαίτερη σημασία Μεταξύ άλλων, εντύπωση προκαλεί και το άρθρο 21 του σχετικού νομοσχεδίου, κατά το οποίο: «Αλλοδαποί οι οποίοι κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του παρόντος νόμου θα εδικαιούντο να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια με σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής στα οικεία δημοτολόγια εντός τριετίας από την ενηλικίωσή τους και έχουν ήδη ενηλικιωθεί, μπορούν να υποβάλουν τη δήλωση και τη σχετική αίτηση εντός τριετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος.». Εδώ ο νομοθέτης ανεξήγητα υποπίπτει σε λάθος αναγραφή του άρθρου, που ορίζει ποιοί «εδικαιούντο να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια με σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής στα οικεία δημοτολόγια εντός τριετίας από την ενηλικίωσή τους». Δημιουργούνται εύλογες απορίες για το ποία είναι η αληθής βούλησή του, αφού το άρθρο 7 παρ. 2 του παρόντος αναφέρεται στη σύσταση της επιτροπής πολιτογράφησης. Πιθανολογείται ότι ο νομοθέτης ήθελε να παραπέμψει στη διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 Αν όντως αυτό ισχύει, τότε αναδρομικά χορηγείται η ελληνική ιθαγένεια σε όσα ενήλικα τέκνα αλλοδαπών έχουν παρακολουθήσει τις τρεις πρώτες τάξεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα και κατοικούν μόνιμα στη χώρα, καθώς και στα τέκνα αλλοδαπών που έχουν ολοκληρώσει την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα. Αρκεί, προκειμένου τα παραπάνω πρόσωπα να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια, η υποβολή σχετικής δήλωσης και αίτησης εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας τους το αργότερο εντός τριετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Επομένως, χωρίς καμία περαιτέρω ασφαλιστική δικλείδα παρέχεται αναδρομικά, «χαριστικά» από την ελληνική Πολιτεία, η δυνατότητα κτήσης ελληνικής ιθαγένειας σε εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαπούς που υπάγονται στην παραπάνω διάταξη (πρβλ, ΙV.1 σχετικά με τις συνέπειες).
7. Ενδεχόμενη κτήση ελληνικής ιθαγένειας από μέλη της οικογένειας αλλοδαπών κατόχων της ελληνικής ιθαγένειας Μια ακόμη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι και το γεγονός ότι από τη στιγμή που κάποιος αλλοδαπός ή αλλοδαπή πολιτογραφηθεί Έλληνας ή Ελληνίδα, τότε με βάση το άρθρο 11 του ν. 3284/2004 (ΦΕΚ Α΄ 217/10.11.2004) τα τέκνα αυτών γίνονται αυτομάτως Έλληνες χωρίς άλλη διατύπωση, αν κατά την πολιτογράφηση είναι ανήλικα και άγαμα. Αυτό σημάινει ότι στον αριθμό των αλλοδαπών ενηλίκων που θα πολιτογραφηθούν Έλληνες με βάση τις χαλαρές διατάξεις του άρθρου 2 του προτεινόμενου νομοσχεδίου (Πρβλ. ανωτ. ΙΙ.5), θα πρέπει να συνυπολογίζονται και τα ανήλικα, άγαμα τέκνα τους, που αυτόματα θα αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση. Μια άλλη προβληματική πτυχή, απόρροια των προηγούμενων, αποτελεί και το γεγονός ότι σταδιακά και εκ των πραγμάτων μαζί με τα τέκνα παράνομων ή νόμιμων αλλοδαπών μεταναστών που πρόκειται να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, ελληνική ιθαγένεια θα μπορούν να αποκτήσουν και μέλη της οικογένειας αυτών που νόμιμα θα εγκαθίστανται στην Ελλάδα αξιοποιώντας τις διατάξεις για την οικογενειακή επανένωση. Οι Κοινοτικές Οδηγίες 108/2003 και 109/2003, που αφορούν αντίστοιχα τους μονίμα διαμένοντες αλλοδαπούς μετανάστες σε κράτη-μέλη της ΕΕ και την οικογενειακή επανένωση, σε συνδυασμό και με την Οδηγία 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ και των μελών της οικογενείας τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, που προωθήθηκαν από την τότε ελληνική προεδρία της Κυβέρνησης Σημίτη, προβλέπουν ότι οι μετανάστες που συμπληρώνουν πέντε χρόνια νόμιμης διαμονής, αποκτούν αυτομάτως καθεστώς μονίμως διαμένοντος και μπορούν, μεταξύ άλλων, να ασκήσουν το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης: Να φέρουν δηλαδή, νόμιμα στη χώρα που κατοικούν, και μέλη της οικογένειάς τους.[21] Εάν π.χ. 200.000 αλλοδαποί μετανάστες, μετά από τη συμπλήρωση πέντε χρόνων νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα κάνουν χρήση του δικαιώματος που προβλέπει η διάταξη για την οικογενειακή επανένωση αλλοδαπών μεταναστών στην Ελλάδα, τότε τα πολλαπλάσια μέλη της οικογένειας τους, που ενδεχομένως θα έλθουν στην Ελλάδα (γονείς ή τέκνα), θα μπορούν με βάση τις προβλεπόμενες στο νόμο διαδικασίες να αποκτήσουν εντός ενός σχετικά μικρού χρονικού διαστήματος πέντε ετών την ελληνική ιθαγένεια, εφόσον τηρούνται βέβαια και οι υπόλοιπες σχετικά χαλάρες όμως προϋποθέσεις του νομοσχεδίου. Σε ανάλογο πλαίσιο κινούνται και τα άρθρα 61 και 94 του ν. 3386/05 (το τελευταίο συμπληρώθηκε με το άρθρο 44 παρ.1 του ν. 3801/2009, ΦΕΚ Α΄ 163/4.9.2009). Κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ν. 3386/05 «χορηγείται σε μέλη οικογένειας [22] Έλληνα ή πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, τα οποία τον συνοδεύουν ή επιθυμούν να τον συναντήσουν, εφόσον αυτός διαμένει νόμιμα στη χώρα και η διάρκεια διαμονής τους υπερβεί τους τρεις μήνες, «Δελτίο Διαμονής μέλους» οικογένειας Ελληνα ή πολίτη κράτους μέλους της Ε.Ε... Το Δελτίο αυτό έχει διάρκεια πέντε έτη, ή την προβλεπόμενη περίοδο διαμονής του πολίτη κράτους μέλους της Ε.Ε., εφόσον αυτή είναι μικρότερη των πέντε ετών, ενώ μπορεί να ανανεωθεί, εκτός αν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 61 παρ. 5 ή του άρθρου 75 του ν. 3386/05. Οι κάτοχοι του Δελτίου Διαμονής δικαιούνται να εργάζονται.» Σε συνάφεια με την προηγούμενη διάταξη, το άρθρο 94 του ν. 3386/05 προβλέπει ότι: «Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται να χορηγείται το Δελτίο Διαμονής της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του νόμου αυτού και με ανάλογη τήρηση των προϋποθέσεων του Κεφαλαίου ΙΑ` (άρθρα 61 επ. του ν. 3386/05) σε γονείς ανήλικων ημεδαπών.» Κατ’ εξαίρεση όμως συμπληρώνεται ότι: «Στους εν λόγω υπηκόους τρίτων χωρών, μετά την ενηλικίωση του ημεδαπού τέκνου, χορηγείται παράταση της άδειας διαμονής, για μια ακόμη πενταετία, κατά παρέκκλιση των προϋποθέσεων του Κεφαλαίου ΙΑ΄» (δηλ. των άρθρων 61 επ. του ν. 3386/05). Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω διατάξεις και σε συνδυασμό με την εισαγωγή των προτεινόμενων ελαστικών προϋποθέσεων κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας σε τέκνα αλλοδαπών γεννημένα στην Ελλάδα (και όχι μόνο), αλλά και σε αλλοδαπούς που θέλουν να πολιτογραφηθούν Έλληνες, φαίνεται ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο σε συνδυασμό με την υφιστάμενη νομοθεσία ανοίγει «παράθυρο» για νομιμοποίηση και τελικά για ιθαγενοποίηση ενός μεγάλου αριθμού προσώπων υπηκόων τρίτων χωρών. Διότι, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα υπάγονται στην κατηγορία των μελών της οικογένειας Έλληνα πολίτη, τότε αξιοποιώντας αυτή τη διάταξη θα αποκτήσουν δικαίωμα νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα, έτσι ώστε σε μερικά χρόνια θα μπορούν και αυτοί με συνοπτικές διαδικασίες να πολιτογραφούνται ως Έλληνες.
Με βάση τα προηγούμενα (ΙΙ. 1-7) εκφράζεται η ανησυχία, ότι όσοι διαβεβαιώνουν απόλυτα, πώς με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις διασφαλίζεται ότι δικαίωμα ιθαγένειας αποκτούν μόνο αλλοδαποί μετανάστες που κατοικούν νόμιμα στην χώρα, αποπροσανατολίζουν. Θεωρούμε ότι τέτοιοι ισχυρισμοί καθησυχάζουν επιφανειακά μόνο την αμφιβολία, την ψυχολογική ανασφάλεια ορισμένων. Αποτελούν όμως κατά τη γνώμη μας την μισή αλήθεια. Στην πραγματικότητα, οι προτεινόμενες διατάξεις δίδουν έρεισμα και για την κτήση ιθαγένειας παράνομων αλλοδαπών μεταναστών. Αρκεί να λάβουμε υπόψην την προσφιλή τακτική του ελληνικού κράτους, που είθισται να νομιμοποιεί παράνομους μετανάστες εκ των υστέρων.
-
Χορήγηση δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε αλλοδαπούς: Ζήτημα συνταγματικότητας; Το άρθρο 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του προτεινόμενου νομοσχεδίου καθιερώνουν δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε ομογενείς και αλλοδαπούς υπήκοους τρίτων χωρών που κατοικούν νόμιμα στη χώρα και εκπληρώνουν τους όρους που το νομοσχέδιο θεσπίζει. Το δικαίωμα του εκλέγειν τα παραπάνω πρόσωπα μπορούν να το ασκούν μόνο κατά τις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να καταλάβουν με εκλογές μόνο το αξίωμα του δημοτικού συμβούλου, του συμβούλου δημοτικού διαμερίσματος και του τοπικού συμβούλου. Στο σημείο αυτό όμως εγείρεται ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο είναι συμβατή η ρύθμιση αυτή απέναντι στο σύστημα του Συντάγματος και συγκεκριμένα απέναντι στο άρθρο 4 παρ. 4 Συντ. που ρητά προβλέπει: «Μόνο Ελληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους». Κατά την κρατούσα άποψη, δημόσια λειτουργία υφίσταται σε κάθε θέση που συνεπάγεται συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.[23] Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού μεταξύ άλλων ασκούν δημόσια εξουσία. Τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση αποτελούν επομένως συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας και άρα υπάγονται στο πεδίο του άρθρου 4 παρ. 4 Συντ. που τα επιφυλάσσει κατά κανόνα μόνο σε Έλληνες πολίτες. Το ίδιο όμως άρθρο επιτρέπει την εισαγωγή εξαιρέσεων με «ειδικό νόμο». Μπορεί όμως η συγκεκριμένη διάταξη του νομοσχεδίου να θεωρηθεί ως ειδικός νόμος, έτσι ώστε να υπαχθεί στην παραπάνω εξαίρεση που ο συνταγματικός νομοθέτης επιτρέπει; Κατ’ αρχήν αμφισβητείται το αν οι συγκεκριμένες διατάξεις μπορούν να ενδυθούν τη φύση του «ειδικού νόμου». Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: α) Προκειμένου κάποιος νόμος να θεωρηθεί «ειδικός» πρέπει κατά την κρατούσα άποψη να μην καθιερώνει γενικές και ευρείες εξαιρέσεις, πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σε συγκεκριμένες δημόσιες θέσεις. Απαιτείται προ πάντων, κατά μία άποψη, η κατηγορία των προσώπων στα οποία αναφέρεται η εξαίρεση να μην είναι ούτε γενική ούτε ευρεία.[24] Αυτό όμως δε φαίνεται να συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. β) Ακόμα όμως και όταν προβλέπεται ειδικός νόμος, αυτός πρέπει εν γένει να μην αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Και αυτό όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση αμφισβητείται. Και τούτο, διότι το Σύνταγμα ρητά επιφυλάσσει μόνο στους Ελληνες πολίτες τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν την πολιτική συμμετοχή. Αξιόλογο παράδειγμα ως προς αυτό αποτελεί το άρθρο 29 Συντ. [25] που αφορά στο δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα, και το οποίο κατοχυρώνεται ρητά μόνο σε «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα». Είναι δεδομένο ότι χωρίς αυτό το δικαίωμα που απολαμβάνουν μόνο Έλληνες πολίτες δεν νοείται και οποιαδήποτε συμμετοχή σε εκλογές πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης.[26] Ασφαλώς το ελληνικό Σύνταγμα με βάση το άρθρο 5 παρ. 2, σύμφωνα με το οποίο: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων...» προστατεύει και τα ατομικά δικαιώματα των αλλοδαπών που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. Σε αυτά τα δικαιώματα όμως δεν υπάγονται, τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής, όπως π.χ. το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η άσκηση των οποίων κατοχυρώνεται με βάση το Σύνταγμα - κατά την κρατούσα άποψη - στους Έλληνες πολίτες.[27]
ΙV. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
1. Άμεσες
συνέπειες - Στοιχεία σε
αριθμούς
Με
αυτό το πρωτοφανές σε χαλαρότητα για τα ιστορικά και
γεωπολιτικά δεδομένα της χώρας[73] προτεινόμενο καθεστώς
κτήσης ελληνικής ιθαγένειας, η Κυβέρνηση ουσιαστικά
παραχωρεί σε βάθος χρόνου τη δυνατότητα ιθαγενοποίησης στην
πλειοψηφία των νόμιμων και εν μέρει των παράνομων
μεταναστών που κατοικούν στο ελληνικό έδαφος, με την έννοια
ότι εφόσον ελληνοποιούνται και τέκνα παράνομων μεταναστών
είναι ζήτημα χρόνου να νομιμοποιηθούν και οι γονείς αυτών
ως γονείς Ελλήνων. Το ελληνικό κράτος με τρόπο πρόχειρο και
ανεύθυνο «κάνει ασκήσεις επί χάρτου» σε βάρος των Ελλήνων
πολιτών και σε βάρος των ιστορικών συνιστωσών του τόπου,
δίχως να έχει μελετήσει επαρκώς όλες τις συνιστώσες των
ρυθμίσεων που προτείνει σχετικά με την αντιμετώπιση του
σοβαρότατου μεταναστευτικού προβλήματος.
Με
βάση τις προτεινόμενες διατάξεις,
το ελληνικό κράτος θα καταστεί αναπόφευκτα πόλος έλξης ενός
ακόμα μεγαλύτερου κύματος άφιξης μεταναστών αμφιβόλου
προέλευσης και πολιτιστικού υποβάθρου, οι οποίοι ως επί το
πλείστον δεν θα είναι ούτε επαγγελματικά καταρτισμένοι ούτε
κοινωνικά αφομοιώσιμοι. Καμία σοβαρή
πρόνοια δεν λαμβάνεται για να αποτραπούν οι δυσμενείς αυτές
συνέπειες ή έστω να καταγραφούν οι ανάγκες της ελληνικής
κοινωνίας ως προς τον αριθμό και το ποιοτικό επίπεδο του
ξένου εργατικού δυναμικού.
Παρατηρείται
σε γενικές γραμμές ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο υπηρετεί
μια έντονη τάση αποσύνδεσης των προϋποθέσεων κτήσης της
ελληνικής ιθαγένειας σε σχέση με το προηγούμενο ισχύον
νομικό καθεστώς κτήσης ελληνικής ιθαγένειας, που βασιζόταν
στο δίκαιο αίματος (jus sanguinis).[74] Είναι
προφανές ότι το επίμαχο νομοσχέδιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση
στο δίκαιο του εδάφους (jus soli) ως προς τις προϋποθέσεις
κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας.
Επιχειρείται με αυτόν τον τρόπο να ανατραπεί μια πολύχρονη
νομική παράδοση, θεμελιωμένη σε διαχρονικές ρίζες και αξίες
της ιστορίας του ελληνικού λαού,
συμπεριλαμβανομένων και των ταραγμένων γεωπολιτικών
συνθηκών που ιστορικά επικρατούν στην περιοχή, και σύμφωνα
με τις οποίες, αλλά και για τις οποίες η ελληνική ιθαγένεια
θα πρέπει κατά κανόνα να βασίζεται στο «jus
sanguinis».
Σχετικά
με τις ρυθμίσεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου
εκτιμάται κατά μία άποψη ότι ο αριθμός των τέκνων αλλοδαπών
που, με βάση το άρθρο 1Α παρ.2 σε συνδυασμό και με το άρθρο
22 του προτεινόμενου νομοσχεδίου αποκτούν αυτόματα τη
δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, ανέρχεται σε
τουλάχιστον 250.000 άτομα.[75]
Συγχρόνως, ο
αριθμός των παιδιών αλλοδαπών που φοιτούν στην πρωτοβάθμια
και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και που ενδεχομένως μελλοντικά
θα εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 Α παρ. 2 επ.
του νομοσχεδίου ανέρχεται σε περίπου 110.000 με 120.000
(δηλ. ποσοστό τουλάχιστον 8% των μαθητών της χώρας). Σε
αυτά θα πρέπει να συνυπολογίζονται και τα τέκνα αλλοδαπών
ηλικίας 1 έως 5 ετών, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται σε
περίπου 40.000 και τα οποία σε μερικά χρόνια θα αρχίσουν να
ενηλικιώνονται, οπότε θα μπορούν επίσης να αποκτήσουν με
αίτησή τους την ελληνική ιθαγένεια.[76] Κατά μία άλλη
άποψη όμως, ο αριθμός αυτών των ατόμων ανέρχεται σε περίπου
250.000.[77]
Εκτιμάται δε ότι
αριθμός αυτών διαρκώς θα αυξάνεται, δεδομένου ότι οι
μετανάστες στην Ελλάδα γεννούν περισσότερα παιδιά σε σχέση
με του Έλληνες. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, τα παιδιά των
αλλοδαπών παρουσιάζουν μια ετήσια αύξηση στο γενικό
μαθητικό σύνολο που κυμαίνεται μεταξύ του 7% με 8%. Σε
αντίθεση, τα Ελληνόπουλα παρουσιάζουν ετήσια μείωση σε
ποσοστό περίπου 1%.[78]
Υπό αυτές τις
συνθήκες,
πλήθος αλλοδαπών μεταναστών με συνοπτικές διαδικασίες θα
αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, χωρίς σε πολλές
περιπτώσεις να έχουν ενταχτεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία
και δίχως να είναι φορείς της ελληνικής ταυτότητας. Αυτό
αναπόφευκτα συνεπάγεται ότι τα άτομα αυτά θα αποκτήσουν και
την πολιτική δύναμη να επηρεάζουν αποφασιστικά την πολιτική
ζωή της χώρας. Ακόμα και αν
οι κατηγορίες των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών, που με
βάση το άρθρο 12 και 15 του νομοσχεδίου αποκτούν το
δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε εκλογές της
πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης υπάγονται σε ορισμένους
περιορισμούς, η φυσιολογική ροή των πραγμάτων υπαγορεύει
ότι τελικά είναι θέμα χρόνου να αποκτήσουν και πλήρη
πολιτικά δικαιώματα,[79] με ό,τι αυτό μπορεί να
συνεπάγεται για το κοινωνικοπολιτικό μέλλον του
τόπου.[80]
Μια ακόμα
παράμετρος που πρέπει να επισημαθνεί είναι ότι το
εντεινόμενο φαινόμενο της παράνομης μετανάστευσης
εξελίσσεται μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης σε πρόσθετο
πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας λόγω της
ανερχομένης ανεργίας και της εκετεταμένης
παραοικονομίας. Είναι δεδομένο με βάση αντικειμενικά
στοιχεία ότι κατά κανόνα οι αλλοδαποί παράνομοι μετανάστες
εκτοπίζουν ελληνικά χέρια από θέσεις εργασίας, με τις
χαμηλότερες αμοιβές που αποδέχονται και συντηρούν ένα
επιπλέον κύκλωμα παραεισοδήματος που δεν πληρώνει
φόρους, εισφορές ΙΚΑ και το οποίο δεν
ανιχνεύεται.[81]
2. Αριθμός
μεταναστών στην Ελλάδα – Συγκριτικά
στοιχεία
O
αριθμός των νόμιμων και παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα,
ως μη όφειλε, δεν έχει προσδιοριστεί σήμερα με
ακρίβεια.[82] Υπό
το βάρος των λαθών των ελληνικών Κυβερνήσεων των τελευταίων
ετών, συμπεριλαμβανομένων και των μαζικών νομιμοποιήσεων
μεταναστών από προηγούμενες Κυβερνήσεις,
ο αριθμός τους μέσα στην τελευταία 20ετία εκτιμάται
ότι υπερπενταπλασιάστηκε.[83]
Ειδικά μέσα στην πενταετία 2000-2004 ο αριθμός των παιδιών
των μεταναστών στα σχολεία
τριπλασιάστηκε.[84]
Σύμφωνα με
στοιχεία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως κατά το 2006, οι
εκδοθείσες άδειες παραμονής για αλλοδαπούς εκτός-ΕΕ
ανέρχονταν σε 598.477.[85] Μάλιστα στην απογραφή του
2001 καταγράφηκαν 797.093 αλλοδαποί[86], με 373.196
άτομα να έχουν αιτηθεί την λευκή κάρτα κατά την πρώτη
διαδικασία νομιμοποίησης του 1998.[87] Ας σημειωθεί
ότι άλλες μελέτες εκτιμούν τον συνολικό αριθμό των
μεταναστών στην χώρα μας σε τουλάχιστον
1.300.000,[88] ενώ σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΣ, κατά
τα μέσα του 2007, άδεια παραμονής σε ισχύ είχαν 413.447
μετανάστες (240.483 άνδρες και 172.964 γυναίκες).[89]
Κατά μία άλλη άποψη, το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής
Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ) κάνει λόγο για περίπου 500.000 με 600.000
νόμιμους μετανάστες στην χώρα,[90] ενώ ανάγει τον
αριθμό των παράνομων μεταναστών σε περίπου 275.000 με
350.000.[91] Ακόμα, κατά μία άλλη εκδοχή που
βασίζεται σε στοιχεία της ΕΕ, οι νόμιμοι μετανάστες στη
χώρα μας υπολογίζονται σε περίπου 890.000.[92]
Με βάση πάντως άλλο δημοσίευμα, όπου γίνεται επίκληση
στοιχείων της ΕΥΠ, υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός
των νόμιμων και παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα ανέρχεται
σε περίπου 2.500.000, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 25% του
εγχώριου πληθυσμού.[93] Σύμφωνα μάλιστα με αυτή την
πηγή o αριθμός των παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα ξεπερνά
το 1.000.000.[94]
Πρέπει πάντως να
λάβει κανείς υπόψη του, ότι μόνο το έτος 2008 συνελήφθησαν
146.336 παράνομοι μετανάστες και 2.211 δουλέμποροι
διακινητές λαθρομεταναστών.[95] Από το 2004 μέχρι το
2008 υπολογίζεται ότι έχουν συλληφθεί 480.000 περίπου
παράνομοι μετανάστες, με βάση στοιχεία του ΥΠΕΣ. Μόνο όμως
ένα μικρό ποσοστό αυτών έχουν επαναπατριστεί.[96]
Σημειωτέον, ότι ο ανά έτος αριθμός των συλληφθέντων για
παράνομη είσοδο στην Ιταλία είναι περίπου 30.000 άτομα σε
συνολικό εγχώριο πληθυσμό που υπερβαίνει τα 60
εκατομμύρια.[97] Με αυτά τα δεδομένα, επειδή εκ των
πραγμάτων μόνο ένα μικρό ποσοστό παράνομων μεταναστών
επαναπροωθείται στις χώρες προέλευσής του, είναι προφανές
ότι ο αριθμός των παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα είναι
μάλλον πολύ μεγαλύτερος από τους 275.000 και 350.000
παράνομους μετανάστες, που έχει καταγράψει το
ΙΜΕΠΟ.[98]
Ανεξάρτητα όμως
από τον ακριβή αριθμό των μεταναστών στην Ελλάδα δεν μπορεί
να παραβλεφθεί το γεγονός ότι σήμερα σε πολλές περιπτώσεις
οι μετανάστες τείνουν να ανατρέψουν τη σύνθεση των τοπικών
κοινωνιών, αφού σε ορισμένες περιοχές τείνουν να γίνουν
πλειοψηφία.
Ακόμα όμως και την πιο συντηρητική εκδοχή να λάβει κανείς,
ο αριθμός των μεταναστών αναλογικά με τον πληθυσμό της
Ελλάδας είναι κατά μία εκτίμηση ο μεγαλύτερος στην
Ευρώπη.[99] Έτσι
σταθερά συντηρούνται στη χώρα μας ευνοϊκές συνθήκες, ώστε
μεσοπρόθεσμα «η επόμενη “βόμβα” που θα σκάσει στη χώρα μας
θα σχετίζεται πιθανότατα με την ανεξέλεγκτη
λαθρομετανάστευση και τις συμμορίες
μεταναστών...».[100]
Αν ρίξουμε μια
ματιά στους αριθμούς μεταναστών που κατοικούν σε άλλες
χώρες που έχουν σχετική παράδοση, μπορούμε να αντιληφθούμε
σαφέστερα το μέγεθος του μεταναστευτικού προβλήματος που
αντιμετωπίζει η Ελλάδα και το οποίο με βάση το παρόν
νομοσχέδιο επιχειρείται να μπεί για σκοπιμότητες «κάτω από
το χαλί». Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. Αρκεί να
λάβει κανείς υπόψη του ότι στη Γερμανία με πληθυσμό περίπου
83.000.000 κατοίκων υπολογίζεται ότι διαβιώνουν περίπου
500.000 εώς το πολύ 1.000.000 παράνομοι
μετανάστες.[101] Η Ιταλία, με πληθυσμό περίπου
60.000.000, έχει λιγότερο από 1 εκατομμύριο παράνομους
μετανάστες. Από τότε δε που η Ιταλία εφάρμοσε αυστηρά και
συνεπή μέτρα κατά της εισροής παράνομων μεταναστών, η
εισροή τους μειώθηκε τα τελευταία χρόνια περίπου κατά
60%.[102] Η Γαλλία πάλι με πληθυσμό 61.000.0000
κατοίκων έχει σήμερα περίπου 400.000 παράνομους μετανάστες,
οι οποίοι έχουν προκαλέσει πολυεπίπεδα προβλήματα στη
χώρα.[103]
3. Ενδεχόμενες
παράπλευρες επιπτώσεις
Ειδικά
στην Ελλάδα, μετά το μεγάλο κύμα εισροής μεταναστών στη
δεκαετία του 1990 από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ,
τα τελευταία έτη αντιμετωπίζεται η μαζική είσοδος
εκατοντάδων χιλιάδων, στην πλειοψηφία τους μουσουλμάνων,
παράνομων μεταναστών από την Ασία και την Αφρική • με τη
συνδρομή μάλιστα και του επίσημου τουρκικού κράτους, που σε
ορισμένες περιπτώσεις τους μεταφέρει ακόμη και με κρατικά
πλοιάρια του λιμενικού σώματος.[104]
Ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια εισέρχονται με αυξανόμενο
ρυθμό από τα παράλια και τα σύνορα της Ελλάδας με την
Τουρκία περίπου 350.000 κατά κύριο λόγο μουσουλμάνοι
παράνομοι μετανάστες το χρόνο, προερχόμενοι
από τις προαναφερόμενες ηπείρους.[105] Υπολογίζεται
μάλιστα ότι μόνο στην Αττική εγκαταβιώνουν ως επί το
πλείστον σε συνθήκες ανέχειας γύρω στις 650.000
μουσουλμάνοι μετανάστες από την Ασία και την
Αφρική.[106] Εφόσον συνεχιστεί η σημερινή μαζική
εισροή τους, μέσα σε τουλάχιστον 10 χρόνια,
συνυπολογίζοντας και τον αυξημένο ρυθμό γεννητικότητάς
τους, αλλά και το δημογραφικό πρόβλημα της
Ελλάδας,[107] οι αλλοδαποί μετανάστες στη χώρα θα
υπερβούν τα 4.000.000.[108]
Σύμφωνα
με άλλα στοιχεία που προκύπτουν από έκθεση των Ην. Εθνών, ο
πληθυσμός τους στην Ελλάδα προβλέπεται ότι θα φθάσει τα
4.200.000 εντός της προσεχούς εξαετίας, εάν συνεχιστεί ο
σημερινός ρυθμός αφίξεων και η σοβούσα παγκόσμια οικονομική
και περιβαλλοντική κρίση. Ενώ σε 20 χρόνια ο αριθμός τους
θα ανέλθει σε 7.000.000 έως 9.000.000
άτομα.[109]
Δηλαδή θα έχουν σχεδόν υπερβεί αριθμητικά τον γερασμένο και
συνεχώς συρρικνούμενο ελληνογενή πληθυσμό. Αν αυτό συμβεί,
τότε αναπόφευκτα θα συνεπάγεται ανυπολόγιστες πολιτικές,
οικονομικές και πολιτιστικές συνέπειες για την Ελλάδα και
τον Ελληνισμό [110] και πιθανόν να οδηγήσει σε
εδαφικές ανακατάξεις σε βάρος της Ελλάδας, όπως ο
αείμνηστος Π. Κονδύλης έχει επισημάνει στο έργο
του.[111]
Κατά μία άποψη,
πρόκειται για την εφαρμογή στην πράξη του δόγματος Οζάλ,
σύμφωνα με το οποίο η
δημογραφική εξέλιξη των πληθυσμών θα καθορίσει το μέλλον
των ελληνοτουρκικών σχέσεων («Δεν
χρειάζεται να κάνουμε πόλεμο με τους Έλληνες, αφού αρκεί να
τους στείλουμε μερικά εκατομμύρια πληθυσμού από την
Ασία και να τελειώνουμε μ'
αυτούς»).[112]
Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι οι δουλέμποροι διακινητές
μεταναστών έχουν έδρα τους την Κωνσταντινούπολη και τη
Σμύρνη και δρουν με σχετική ελευθερία υπό την αιγίδα του
επίσημου ή του βαθέος τουρκικού κράτους.[113] Η
προκλητική αδράνεια του ελληνικού κράτους ως προς την
αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπση του μεταναστευτικού
φαινομένου που μαστίζει τη χώρα, συνηγορεί στον ευτελισμό
του εγχώριου κράτους δικαίου και εν γένει της ελληνικής
κρατικής υπόστασης. Προ πάντων όμως η εν λόγω αδράνεια
αποτελεί το χρόνιο σύμμαχο των παραπολιτικών και
παραοικονομικών κέντρων που προωθούν ανεξέλεγκτα το
μεταναστευτικό δουλεμπόριο.[114]
Είναι επίσης
γνωστό ότι η Τουρκία δεν δέχεται να συνεργαστεί με την
Ευρώπη στο θέμα της μετανάστευσης και συνεπώς δεν
αναλαμβάνει την επαναπροώθηση των παράνομων μεταναστών που
εισέρχονται στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες από το έδαφός
της.[115] Αφήνει έτσι στην πράξη τα δουλεμπορικά
κυκλώματα να κάνουν τη δουλειά τους, αποσταθεροποιώντας
παράλληλα την Ελλάδα. Αυτό βέβαια έχει σημαντικότατες
συνέπειες για το ελληνικό μεταναστευτικό ζήτημα που μεταξύ
άλλων και λόγω της τουρκικής στάσης εντέχνως
οξύνεται.[116] Τέτοιες πρακτικές ενέχουν
αναμφισβήτητα τον κίνδυνο να οδηγήσουν ακόμα και σε
εξαφάνιση εθνών-κρατών, όπως έχει συμβεί σε πολλά ιστορικά
προηγούμενα. [117]
Αν τα παραπάνω
δεν γίνουν έγκαιρα αντιληπτά, τότε
με το παρόν νομοσχέδιο, εφόσον ψηφιστεί ως έχει,
οικοδομείται τρόπον τινά ένα νομοθετικό εργαλείο μετάλλαξης
της εθνολογικής σύστασης του ελλαδικού
πληθυσμού. Θεσπίζεται από
τη νομενκλατούρα ένα θεσμικό καθεστώς που ευνοεί την
αλλοίωση της κοινωνικής και πολιτιστικής συνοχής του τόπου.
Παραδοσιακά στοιχεία που διέπουν το ελληνικό Πολίτευμα
διεμβολίζονται. [118]
Είναι εξάλλου δεδομένο από όσα προεκτέθηκαν, ότι η μαζική
και εκτεταμένη μετανάστευση στη χώρα δίχως πολιτικό
σχεδιασμό και χάραξη εθνικής στρατηγικής ενσωμάτωσης,
εφόσον υπερβαίνει τα εύλογα όρια των εγχώριων αντοχών,
πράγμα που ήδη συμβαίνει στην Ελλαδα, οδηγεί σε σταδιακή
μεταβολή της σύνθεσης και κατ’ επέκταση της ιδιαίτερης
ταυτότητας του εθνικού πληθυσμού.[119]
Είναι
επιβεβαιωμένο ιστορικα ότι μία τέτοια πρακτική οδηγεί
σταδιακά σε αποδυνάμωση των βασικών στοιχείων της εθνικής
συνείδησης και ταυτότητας, δηλ. των στοιχείων της
συλλογικής ιστορικής μνήμης και εμπειρίας, της κοινής
γλωσσικής και εν γένει πολιτιστικής παράδοσης (της κοινής
αντίληψης και δημιουργικής πρόσληψης, της κοινής
πολιτιστικής παράδοσης), που το ελληνικό έθνος
οικοδόμησε και υπερασπίστηκε στο πέρασμά του ανά τους
αιώνες [120].
Για τη διατήρηση
των παραπάνω στοιχείων, που συνιστούν την εθνική ταυτότητα
και ιδιοπροσωπία του ελληνικού έθνους, την ψυχή του
Ελληνισμού, είναι ιστορικά γνωστοί και οι αιματηροί αγώνες,
που ο ελληνικός λαός με απαράμιλλη αξιοπρέπεια έδωσε
διαχρονικά απέναντι σε πανίσχυρες απολυταρχικές εξουσίες
και σκοταδιστικές ιδεολογίες. Τους αγώνες αυτούς φαίνεται
ότι οι εμπνευστές και υποστηρικτές του εν λόγω «δούρειου»
νομοσχεδίου υποτιμούν. Με πρόσχημα τα προσφιλή
σε όλους «ανθρώπινα δικαιώματα» επιχειρείται να εδραιωθεί
εκ πλαγίων ένα διάτρητο νομοθετικό πλαίσιο απόδοσης της
ελληνικής ιθαγένειας, που στην πράξη εξυπηρετεί
μεσοπρόθεσμα μια οιονεί εθνοαποδομητική
στρατηγική[121], ωστόσο κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην
επίλυση του κρίσιμου μεταναστευτικού ζητήματος που λόγω
πολιτικής ανευθυνότητας προέκυψε. Ειδικά για την Ελλάδα
φαίνεται όμως ότι το εν λόγω διακύβευμα έχει ιδιαίτερη
σημασία. Και τούτο, διότι στην περίπτωση της Ελλάδας
απειλείται με εθνική μετάλλαξη ένα κράτος-έθνος, το οποίο
διαδραμάτισε - αλλά ακόμα και σήμερα έστω και περιορισμένα
συγκριτικά με το παρελθόν διαδραματίζει - ιστορικά σπουδαίο
ρόλο στη δημιουργία, την ανοικοδόμηση και περαιτέρω διάδοση
του πανανθρώπινου αξιακού πολιτισμού, που αποτέλεσε και
αποτελεί ακόμα και σήμερα βασικό πυλώνα της παγκόσμιας
πνευματικής κληρονομιάς.
Όπως
καταδεικνύουν έγκυρα δημοσιεύματα, είναι δεδομένο ότι ιδίως
μουσουλμάνοι μετανάστες, μεταξύ άλλων και λόγω της ισχυρής
πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας, που διαφοροποιείται σε
σημαντικό βαθμό από τις αξιολογικές αρχές που επικρατούν
στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες που τους φιλοξενούν,
είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ενσωματωθούν σε
αυτές.[122] Αυτό είναι γνωστό όχι μόνο από την
εμπειρία των Βαλκανίων, αν κρίνει κανείς από την ύπαρξη και
ενίσχυση του λεγόμενου ισλαμικού τόξου στα Βαλκάνια (π.χ.
Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο κλπ.)[123], αλλά
ιδίως από πολλά παραδείγματα σε αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ,
όπως το Ηνωμένο Βασίλειο,[124] η Γερμανία,[125]
η Γαλλία,[126] η Ολλανδία[127], η Ελβετία[128], η
Δανία [129] κλπ., όπου έχουν δημιουργηθεί αστικά
γκέτο, περιθωριακοί θύλακες, που δημιουργούν σοβαρότατα
προβλήματα στην πολιτικοοικονομική, κοινωνική δομή και
συνοχή αυτών των χωρών.[130]
Η παραχώρηση του
δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε εκατοντάδες χιλιάδες
αλλοδαπούς μουσουλμάνους μετανάστες ιδίως εξ Ανατολών θα
δημιουργήσει απρόβλεπτους πολιτικούς κινδύνους, για την
Ελλάδα. Η εγγραφή εκατοντάδων χιλιάδων
«ελληνοποιημένων» μουσουλμάνων μεταναστών σε ειδικές
εκλογικές καταστάσεις στα νησιά του Αιγαίου, την Ήπειρο ή
τη Θράκη, θα δημιουργήσει ενδεχομένως σε μεσοπρόθεσμο
διάστημα την πληθυσμιακή και πολιτική βάση για την
απόσπαση εδαφών από γειτονικές χώρες, που ήδη δεν κρύβουν
ότι τα επιβουλεύονται. Οι χώρες αυτές κατά τη δοκιμασμένη
διεθνή εμπειρία και πρακτική θα μπορούσαν να εμφανιστούν ως
εγγυητές της ασφάλειάς τους.
Η ελληνική πολιτική ηγεσία απερίσκεπτα συναινεί συστηματικά
τα τελευταία έτη στη δημιουργία «ευνοϊκών» προϋποθέσεων για
τη μεταβολή των υφιστάμενων γεωπολιτικών – οικονομικών
δεδομένων σε βάρος της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή.[131]
4. Ορισμένες
απορίες
Κατόπιν
όλων των προεκτεθέντων πραγματικών στοιχείων, προκαλεί
απορία:
- Σε ποία άραγε βάση στηρίζονται εμπνευστές και
υποστηρικτές του προτεινόμενου νομοσχεδίου, όπως ο
καθηγητής και μέλος της «Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα
του Ανθρώπου»[132], κ. Ν. Αλιβιζάτος όταν σε πρόσφατο
άρθρο του στην «Καθημερινή» γράφει τα εξής:
«Στην πολυπολιτισμική Ευρώπη του ανοίγματος προς τον
έξω κόσμο, τέτοιου είδους επιχειρήματα
(υπονοεί τα
επιχειρήματα περί απειλής της εθνικής ταυτότητας και
κοινωνικής συνοχής)
θεωρούνται φαιδρά ακόμη και στους συντηρητικούς
κύκλους. Για τους μετανάστες και την ένταξή τους στις
κοινωνίες τους, πολιτικοί όπως ο Σαρκοζί και η Μέρκελ δεν
ενδίδουν σε ιδεολογήματα, αλλά συζητούν επί της ουσίας. Το
ίδιο και τα κεντροδεξιά κόμματα σε χώρες όπως η Πορτογαλία,
η Σουηδία, η Φινλανδία, ακόμη και το συντηρητικό
Λουξεμβούργο που, τα τελευταία χρόνια, μεταρρύθμισαν ριζικά
το δίκαιο της ιθαγένειάς τους.» [133]
;
Νομίζουμε όμως,
ότι τα προεκτεθέντα στοιχεία καθιστούν έωλο τον
συγκεκριμένο ισχυρισμό. Η άσκηση αυστηρότερης πολιτικής στο
μεταναστευτικό ζήτημα από τη Γερμανία της Μέρκελ, τη Γαλλία
του Σαρκοζί, τη Δανία, την Ολλανδία, την Ισπανία, την
Πορτογαλία, το Ην. Βασίλειο, το Λουξεμβούργο, τις ΗΠΑ, την
Αυστραλία κ.ο.κ. μεταξύ άλλων και για την αντιμετώπιση και
πρόληψη προβλημάτων σε σχέση με την αποδυνάμωση της
κοινωνικής συνοχής και της εθνικής τους ταυτότητας
που εφαρμόζουν οι παραπάνω χώρες, είναι μάλλον κάτι
παραπάνω από εύγλωττη απέναντι σε τέτοιους
πομπώδεις ισχυρισμούς, που προκαλούν μεν εντυπώσεις,
χωρίς όμως να θίγουν στο ελάχιστο την
ουσία.
Κατά
την πρόσφατη επίσκεψή του στο Μαξίμου, ο ύπατος αρμοστής
του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες Α. Γκουτιέρες, αφού επαίνεσε ως
«θετική» τη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, τόνισε
ότι η Ελλάδα καταβάλλει δυσανάλογη προσπάθεια σε σχέση με
το μεταναστευτικό προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στην
ΕΕ. Κάλεσε μάλιστα την ΕΕ να στηρίξει την Ελλάδα και να
μοιραστεί τα σχετικά βάρη της Ελλάδας.[134]
Προκύπτει λοιπόν
από τα παραπάνω αβίαστα το ερώτημα: Σε ποία εχέγγυα
βασίζεται η Κυβέρνηση, ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας
θα στηρίξουν αλληλέγγυα αυτό το νομοθετικό «άνοιγμα» προς
το μεταναστευτικό ρεύμα που επιχειρεί η Κυβέρνηση; Ποίες
και τί είδους επαφές προηγήθηκαν ή ποίες συμφωνίες
συνάφθηκαν σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ώστε να
εξασφαλιστεί ότι τα «σχετικά βάρη» που αναλαμβάνει η χώρα,
κατά τον κύριο Α. Γκουτιέρες θα μοιρστούν αναλογικά ανάμεσα
στα κράτη-μέλη της ΕΕ;
Καθώς οι
διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου με βάση τα εκτεθέντα
στοιχεία εξόφθαλμα προδίδουν βιασύνη και
προχειρότητα, διερωτάται κανείς (μάλλον ρητορικά):-
- Διερευνήθηκε
σε βάθος αν και κατά πόσο το κράτος μπορεί να ανταποκριθεί
στις ανάγκες των υπό νομιμοποίηση λαθρομεταναστών και αυτών
που κατά κύματα θα ακολουθήσουν;
-Έχει γίνει
εμπεριστατωμένη αξιολόγηση των δυνατοτήτων υποδοχής και
ενσωμάτωσης των αλλοδαπών μεταναστών από πλευράς
κρατικών υποδομών;
- Υπήρξε
εμπεριστατωμένη καταγραφή των παράνομων και νόμιμων
μεταναστών που κατοικούν στην Ελλάδα; Αξιολογήθηκε επαρκώς
το δυναμικό τους, οι ανάγκες τους, η οικογενειακή τους
κατάσταση, η κατάσταση της υγείας τους;
-
Έγινε πριν από την διατύπωση των εν λόγω ρυθμίσεων
εμπεριστατωμένη εκτίμηση των αναγκών της χώρας σε ξένο
έμψυχο, εργατικό δυναμικό;
-
Αξιολογήθηκαν οι ενδεχόμενες συνέπειες μαζικής
ελληνοποίησης αλλοδαπών μεταναστών στην κοινωνικοπολιτική
συνοχή, αλλά και οι κίνδυνοι ως προς την αλλοίωση της φύσης
και του παραδοσιακού χαρακτήρα της εθνικής
ταυτότητας;
- Ελήφθη υπόψη η
στάση της κοινής γνώμης απέναντι στην εν λόγω πρωτοβουλία
της Κυβέρνησης; Τα σύγχρονα δεδομένα μαρτυρούν πάντως για
το αντίθετο. Η ελληνική κοινή γνώμη δεν συμμερίζεται την
ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα οι αρμόδιοι
κρατικοί φορείς.
Πρόσφατη
δημοσκόπηση έδειξε ότι το 93% των Ελλήνων θεωρεί ότι η χώρα
έχει φθάσει στα όριά της αναφορικά με την εισροή
μεταναστών, ενώ το 72% επιθυμεί μια αυστηρότερη
μεταναστευτική πολιτική.[135]
Αίτημα μεγάλης
μερίδας της κοινής γνώμης αποτελεί η διεξαγωγή
δημοψηφίσματος για την ψήφιση του συγκεκριμένου
νομοσχεδίου, καθώς είναι φανερό ότι οι προεκτάσεις αυτού
είναι σοβαρές σε βάθος χρόνου και αφορούν το σύνολο της
ελληνικής κοινωνίας, αλλά και των μελλοντικών
γενεών.
-
Γιατί άραγε φοβάται η Κυβέρνηση να κινήσει τις διαδικασίες
ενός σχετικού δημοψηφίσματος, όπως ακριβώς συνέβη στη
«συντηρητική» Ελβετία και μάλιστα για «ελάσσονος» σημασίας
ζήτημα σε σύγκριση με το ελληνικό διακύβευμα[136];
Αν τέλος πάντων η Κυβέρνηση έχει όντως επαρκώς διερευνήσει
τα παραπάνω ζητήματα, ας δώσει με διαφάνεια στη δημοσιότητα
τις σχετικές έρευνες και τα τεκμήρια στα οποία βασίζεται η
πρωτόγνωρη λογική της, ώστε να πληροφορηθεί σχετικά και η
κοινή γνώμη.
Ακόμη:
- Μιας και θεωρείται, ακόμα και από τον ίδιο τον
πρωθυπουργό, ότι με τέτοιου είδους ρυθμίσεις και υπό
τις δεδομένες συνθήκες διεθνούς μεταναστευτικής πίεσης λόγω
της οικονομικής και περιβαλλοντικής κρίσης, αλλά και λόγω
αδυναμίας αποτελεσματικής φύλαξης των εθνικών συνόρων, όπως
τα προεκτεθειμένα στοιχεία καταδεικνύουν, θα ενισχυθεί
ακόμα περισσότερο το μεταναστευτικό και εν μέρει
παραοικονομικό ρεύμα στη χώρα, ερωτάται:
-
Γιατί άραγε η Ελλάδα με τις ρυθμίσεις του παρόντος
νομοσχεδίου ασυνείδητα συνηγορεί στις καιροσκοπικές
βλέψεις των δουλεμπορικών και άλλων παραπολιτικών και
παραοικονομικών κυκλωμάτων, που λειτουργούν σε βάρος της
χώρας, αλλά και εν τέλει των μεταναστών;[138]
-Γιατί η
υποτυπώδης συζήτηση εστιάζεται μόνο υπέρ μιας μονόδρομης
λύσης, δηλ. της μαζικής ιθαγενοποίησης/νομιμοποίησης
αλλοδαπών μεταναστών, ενώ το σχετικό μέτρο, όπου
εφαρμόστηκε, σε γενικές γραμμές απέτυχε;
-Γιατί δεν
προβάλλεται από του υπέυθυνους και η δυνατότητα άσκησης
άλλων ουσιαστικότερων πολιτικών αντιμετώπισης του
μεταναστευτικού φαινομένου, που έχουν δοκιμαστεί σε άλλες
χώρες και έχουν φέρει αποτελέσματα;
Ο Μ. Θεοδωράκης, ζωντανό σύμβολο αντίστασης του γνήσιου
σύγχρονου Ελληνισμού απέναντι στο σκοτάδι της ανελευθερίας
και της κατ’ επίφαση δημοκρατίας αναφέρει ρητά σε πρόσφατο
άρθρό του:
«Ορισμένοι
Έλληνες-[...]εργάζονται εδώ και πολύ καιρό συστηματικά. Με
στόχο το χτύπημα της ελληνικότητας αποβλέπουν στην
αποδιοργάνωση της συνοχής του ελληνικού έθνους ξεκινώντας
από την παραμόρφωση ιδιαίτερα της σύγχρονης ιστορίας μας
-πριν, κατά και μετά την επανάσταση του 1821- και την
εξάλειψη του ελληνικού πολιτισμού, παραδοσιακού και
σύγχρονου.».
Επισημαίνει
μάλιστα ότι τα ανωτέρω πρόσωπα:
«Έχουν διεισδύσει μέσα στους πλέον σημαντικούς και
ευπαθείς τομείς της κοινωνικής μας ζωής, όπως η Παιδεία, η
εξωτερική πολιτική, τα ΜΜΕ, καθώς και στους κομματικούς
χώρους έχοντας ήδη κατορθώσει να σταθεροποιήσουν ένα
σημαντικό προγεφύρωμα με την οικονομική ενίσχυση των ξένων
και στηριζόμενοι στην άγνοια των πολλών και στην αποσιώπηση
εκ μέρους των οπορτουνιστών έχουν ήδη προξενήσει μεγάλες
βλάβες στην παραδοσιακή συνοχή του λαού μας τουλάχιστον ως
προς τις παραδοσιακές του αξίες, που τον έκαναν να είναι
αυτός που είναι. Σε πείσμα όλων των δεινών που κατά καιρούς
δοκιμάζουν την αντοχή του.» [139]
- Ποίους άραγε φωτογραφίζει η σκέψη του κορυφαίου Έλληνα
αντιστασιακού, διανοούμενου Μίκη Θεοδωράκη; Είναι άραγε τα
λεγόμενα του άσχετα με την ψήφιση του υπό συζήτηση
νομοσχεδίου;
Πηγή:
http://www.antibaro.gr/node/1092