«

»

Apr 17

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, η κοινωνική ρεβάνς και μερικές αλήθειες για το χρέος, γράφει ο Δημήτρης Καζάκης!

kazakisΑυτή την εβδομάδα μας άφησε χρόνους η Μάργκαρετ Θάτσερ, η «κόρη του μπακάλη» όπως ήθελε να λένε για την ίδια όσο διεκδικούσε την πρωθυπουργία της Βρετανίας. Η αλήθεια είναι ότι η κ. Θάτσερ ανήκε σε ένα περίεργο ανθρωπόμορφο είδος, ένα είδος παρασιτικού μύκητα, που κλωνοποιείται μέσα στο σώμα της ανθρωπότητας, αλλά δεν είχε και δεν έχει καμιά σχέση με το ανθρώπινο είδος, με την ίδια την ανθρωπότητα. Αυτή, μαζί με τον Ρ. Ρέιγκαν, που την ίδια σχεδόν περίοδο ήταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, υπήρξαν το δίδυμο της απόλυτης καταστροφής και του ανδραποδισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι δυο τους ήταν στην εποχή τους ότι ήταν το δίδυμο Μουσολίνι και Χίτλερ στον μεσοπόλεμο.
Την εποχή της Θάτσερ περισσότεροι βρετανοί εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, την ίδια την ζωή τους, απ’ ότι κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Έχασαν ότι είχαν κερδίσει με τον ιδρώτα και το αίμα που έχυσαν στα πεδία των μαχών για να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από την βαρβαρότητα του φασισμού και του ναζισμού και να γλυτώσει μια και καλή από τις γενεσιουργές αιτίες της. Γι’ αυτό και αμέσως μετά τον πόλεμο γεννήθηκε το κοινωνικό κράτος, τα ανελαστικά δικαιώματα στην εργασία και στην κοινωνία, η καθολική κοινωνική ασφάλιση, οι δημοκρατικές ελευθερίες που μέχρι τότε ήταν υπό διαρκή διωγμό σ’ όλες τις χώρες, τα εκτεταμένα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες με κριτήριο τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι άρχουσες τάξεις προκειμένου να διατηρηθούν στην εξουσία στην μεταπολεμική περίοδο. Κοινωνικό συμβόλαιο, το είχαν ονομάσει τότε στην δύση και σήμαινε το συμβόλαιο που εξασφάλιζε την εξουσία στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ με σοβαρά ανταλλάγματα για την κοινωνία με όρους προστασίας και δικαιωμάτων, ώστε οι αδύναμες τάξεις να μην βρίσκονται στο έλεος των ισχυρών.
Όμως, συμβόλαιο τιμής δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ ανάμεσα στο λύκο και το πρόβατο, όσο κι αν νομίζει το δεύτερο ότι ο πρώτος έχει αλλάξει χούγια και συνήθειες. Με την Θάτσερ ο ηττημένος προπολεμικός κόσμος της ασύδοτης εξουσίας, της απόλυτης κυριαρχίας του ισχυρού, του νόμου της πυγμής και των τετελεσμένων, της μετατροπής του εργαζόμενου σε υποζύγιο και του πολίτη σε υπεξούσιο, που ηττήθηκε στα πεδία των μαχών, αλλά και στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας, επέστρεψε για να πάρει την εκδίκησή του. Και την πήρε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Βλέπετε οι δυνάμεις που υποτίθεται θα προστάτευαν την εργαζόμενη κοινωνία από την αντεκδίκηση των ισχυρών αποδείχτηκαν ανήμπορες και απίστευτα διαβρωμένες, ενσωματωμένες και απόλυτα εγκλωβισμένες στην μοιραία αυταπάτη ότι οι κατακτήσεις των εργαζόμενων τάξεων που κερδήθηκαν με αίμα είχαν για πάντα εξασφαλιστεί.
Για δεκαετίες μετά τον πόλεμο κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες της δύσης κυριαρχούσε η άποψη ότι η διαβούλευση, είτε με όρους διαπραγμάτευσης, είτε με όρους επίδειξης δύναμης των συνδικάτων ήταν αρκετή για να αναγκάσουν τους ιθύνοντες να κάνουν πίσω. Έτσι για δεκαετίες οι δυνάμεις που διαμεσολαβούσαν – ή τουλάχιστον έτσι διατείνονταν – υπέρ της εργαζόμενης κοινωνίας και των δικαιωμάτων τους αντάλλασαν την επιρροή που ασκούσαν στις μάζες με πολιτικά, κοινωνικά και εργασιακά προνόμια. Κι όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Ηγεσίες συνδικάτων και κομμάτων της αριστεράς εξαργύρωναν την επιρροή που ασκούσαν στις εργαζόμενες τάξεις ως εγγυητές των δικαίων τους στο παζάρι της πολιτικής και της δικής τους ανέλιξης.
Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν έγινε φανερό ότι η προστασία της κοινωνίας και το κυνήγι του ιδιωτικού κέρδους στις παγκόσμιες αγορές όχι μόνο δεν συμβιβάζονται, αλλά πυροδοτούν κρίσεις πολύ χειρότερες από ποτέ που θέτουν εν κινδύνω το σύστημα εξουσίας της αριστοκρατίας του χρήματος, τότε ο λύκος έσπασε το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε συνάψει με το πρόβατο και έδειξε τους κυνόδοντές του. Ένα από τα πρόσωπα που σημάδεψαν παγκόσμια την αλλαγή αυτή ήταν η Μάργκαρετ Θάτσερ. Αυτό που την εξέφραζε δεν ήταν κανενός είδους ιδεολογία, δεν είχε κανένα πιστεύω, δηλαδή δεν πίστευε πουθενά εκτός από την δύναμη και από την στυγνή όψη της εξουσίας που μπορεί να επιβάλλεται με αδίστακτο και ανελέητο τρόπο. Η εξουσία έχει πάντα δίκιο έστω κι αν αφήνει στο διάβα της εδραιωμένα κοινωνικά μίση και αμέτρητες εκατόμβες θυμάτων.
Ήταν η πρώτη που διακήρυξε ανοιχτά ότι κοινωνία δεν υπάρχει. Μόνο άτομα που το καθένα παλεύει για την δική του επιβολή, για την δική του προσωπική ατζέντα. Η ίδια η έννοια του ικανότερου ταυτίστηκε ανοιχτά και ξεκάθαρα με τον ισχυρότερο. Αυτός που επικρατεί παντί μέσο και τρόπο είναι ικανότερος από τον άλλο που χάνει και βρίσκεται στην ανεργία, ή αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να ζητά την βοήθεια της κοινωνίας, ή του κράτους για την δική του ανικανότητα, για την δική του αποτυχία. Το δόγμα της επιβίωσης του ικανότερου κατά τα πρότυπα της παλιάς βικτωριανής Βρετανίας υπήρξε το ακλόνητο πιστεύω της Θάτσερ. Κανένας άλλος δεν πίστευε όσο αυτή στο γνωστό απόφθεγμα του Χομπς, homo homini lupus est, και κανένας άλλος πολιτικός του κατεστημένου δεν μετέτρεψε τόσο ανοιχτά και ξεδιάντροπα σε επίσημο δόγμα αυτή την ρήση, ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό και με την πρώτη θητεία της Θάτσερ εισήχθη ο όρος «κοινωνική ρεβάνς». Από το κοινωνικό συμβόλαιο στην κοινωνική ρεβάνς, όπου η κοινωνία δεν έπρεπε μόνο να χάσει ότι είχε κερδίσει έως τότε, αλλά και να αυτοκαταληθεί για να μετατραπεί σ’ ένα συνονθύλευμα ατόμων εύκολοι στόχοι και έρμαια της αγοράς.
Τι μπορούσαν να κάνουν απέναντι στην στρατηγική της κοινωνικής ρεβάνς οι μαλθακοί εκπρόσωποι των συνδικάτων και των κομμάτων που διατείνονταν έως τότε ότι αντιπροσώπευαν τα δίκαια των ασθενέστερων τάξεων της κοινωνίας; Τι μπορεί να κάνει κάποιος που είναι συνηθισμένος να διαπραγματεύεται ντεμί σαιζόν, όταν αντιμετωπίζει έναν εχθρό αποφασισμένο να τον εξοντώσει χωρίς καν να διαπραγματευθεί; Είτε να παραδοθεί, είτε να υποχωρήσει κατά κράτος.
Σε μια εποχή γενικευμένης επίθεσης σε κάθε τι που συμβόλιζε την ενότητα της κοινωνίας, σε κάθε κοινωνικό και εργασιακό δικαίωμα, οι δυνάμεις που διαμεσολαβούσαν έως τότε για να κρατούν ήσυχες τις μάζες της κοινωνίας με αντάλλαγμα παροχές και εγγυήσεις, είτε άλλαξαν στρατόπεδο, είτε συντρίφτηκαν κατά κράτος μιας και δεν γνώριζαν τίποτε άλλοτε εκτός από την γνωστή τακτική του δούναι λαβείν. Όταν δεν είναι κάποιος αποφασισμένος – τουλάχιστον όσο είναι κι ο αντίπαλος – να προστατέψει τον εαυτό του από μια τόσο γενική επίθεση στους ίδιους τους όρους της επιβίωσής του, τότε είναι σίγουρο ότι θα συντριβεί κατά κράτος. Είναι σίγουρο ότι θα χάσει ακόμη και το δικαίωμα της επιβίωσης.
Έτσι νίκησε η Θάτσερ. Ήταν τόσο αδίστακτη και ανελέητη που μόνο ένα κοινωνικό κίνημα εξίσου αδίστακτο και ανελέητο εναντίον της και των συμφερόντων που αντιπροσώπευε, ένα κίνημα που θα ένωνε ολόκληρη την εργαζόμενη κοινωνία στη βάση των κοινών δικαίων της αποφασισμένο να επικρατήσει κατά κράτος θα μπορούσε να συντρίψει την Θάτσερ και την κοινωνική ρεβάνς. Όμως ένα τέτοιο κίνημα θα έπρεπε να ξέρει τι διεκδικεί εκτός από το να αμύνεται των κατακτήσεών του. Θα έπρεπε να διεκδικεί δημοκρατία στην πολιτική, την οικονομία και στην κοινωνία με όρους αποφασιστικής συμμετοχής των ίδιων των εργαζομένων και των πολιτών.
Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδιανόητο τόσο για τους βολεμένους των συνδικάτων, που ανέκαθεν τους τρόμαζε περισσότερο η επιστροφή στον χώρο δουλειάς ως κοινοί εργαζόμενοι – στην περίπτωση που έχαναν τα συνδικαλιστικά τους προνόμια – απ’ ότι οι απανωτές ήττες του κινήματος και της κοινωνίας, όσο και για τους αριστερούς της πολυθρόνας και των σαλονιών, αλλά και της κομματικής γραφειοκρατίας που ζούσε από το κίνημα και όχι για το κίνημα. Έτσι νίκησε η στρατηγική της κοινωνικής ρεβάνς. Έτσι βρέθηκε η κοινωνία εκτεθειμένη στις πιο αδυσώπητες πολιτικές κατάργησης του κοινωνικού κράτους, ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, κατάλυσης κάθε έννοιας κοινωνικού και εργασιακού δικαιώματος, ανοιχτής άλωσης του κράτους από τα πιο αρπακτικά και άνομα ιδιωτικά συμφέροντα και εξαγοράς από τις αγορές.
Μας θυμίζουν άραγε κάτι όλα αυτά;
Η πολεμική κραυγή της Θάτσερ και όλων των εκφραστών της κοινωνικής ρεβάνς ήταν «κάτω το κράτος». Ποιο κράτος; Όχι το κράτος της διαπλοκής και της εξαγοράς από τις αγορές κεφαλαίων. Όχι το κράτος της στρατιωτικής ισχύος και της πολεμικών τυχοδιωκτισμών. Όχι το κράτος της καταστολής, των υπηρεσιών ασφαλείας και του παρακράτους εναντίον του ανίσχυρης κοινωνίας. Όχι το κράτος της διαφθοράς και της απόλυτης αδιαφάνειας. Όχι το κράτος των περιορισμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Μόνο εναντίον του κράτους των δημόσιων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Του κράτους των κοινωνικών υποδομών, της δημόσιας δωρεάν υγείας και παιδείας, της επιχειρηματικής δράσης. Αυτό το κράτος μισούν κι αυτό το κράτος πολεμούν, δηλαδή το κράτος που έστω και τυπικά εκφράζει ή αντιπροσωπεύει το δημόσιο συμφέρον. Και συντρίβοντας αυτό το κράτος με τις ιδιωτικοποιήσεις καταλήγουν πάντα να αναπαράγουν ένα κράτος πιο διεφθαρμένο, πιο υποταγμένο σε ιδιωτικά συμφέροντα, πιο σπάταλο, πιο παρασιτικό και διογκωμένο όσο ποτέ άλλοτε.
Ακόμη και η «ορθόδοξη» Ναυτεμπορική (25/8/2001) δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει την εποχή του απόγειου της πολιτικής που εγκαινίασε η Θάτσερ στην Βρετανία και ο Ρέιγκαν στις ΗΠΑ: «ακόμα και στις Hνωμένες Πολιτείες -την κοιτίδα, τρόπον τινά, της τάσης αυτής- οι ιδιωτικοποιήσεις έxουν αρxίσει να xάνουν το λούστρο τους. Eτσι, θεωρούνται υπεύθυνες για το τεράστιο έλλειμμα ηλεκτρικής ενέργειας, που ταλανίζει τη μεγαλύτερη και, κατά τεκμήριο, πιο ανεπτυγμένη οικονομία του πλανήτη. Aντίθετα, η παραμονή του δημόσιου ελέγxου στις εταιρείες παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην Eυρώπη δεν δημιούργησε τέτοια προβλήματα, παρά τη μετοxοποιήση της Electricite De France για παράδειγμα. Bέβαια, στο σημείο αυτό, να πούμε ότι η ηλεκτρική ενέργεια πωλείται σε τιμές σxεδόν διπλάσιες στην Eυρώπη από ό,τι στις HΠA. Ειδικά στον τομέα της παραγωγής και της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, όμως, οι απαραίτητες επενδύσεις είναι πολύ μακροπρόθεσμης απόδοσης και έτσι η ανταγωνιστική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, τουλάχιστον στην Ευρώπη, κατάφερε να είναι μόνο συμπληρωματική. Συνολικά, πάντως, οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων στον ανεπτυγμένο κόσμο δείχνουν σημάδια κόπωσης και ακόμα και οι πιο φιλελεύθεροι οικονομολόγοι στις HΠA έχουν τώρα δεύτερες σκέψεις για το θέμα αυτό. Βέβαια, η έκταση των ιδιωτικοποιήσεων διαφέρει από xώρα σε xώρα και, φυσικά, στην Ελλάδα, η καθυστέρηση είναι οφθαλμοφανής. Aν όμως εξετάσουμε την περίπτωση της Mεγάλης Bρετανίας και μάλιστα στην πιο σκληρή περίοδο των ιδιωτικοποιήσεων κατά την πρωθυπουργία της σιδηράς κυρίας Mάργκαρετ Θάτσερ, τα συμπεράσματα θα είναι πολύ ενδιαφέροντα. Έτσι, οι δαπάνες του βρετανικού Δημοσίου, ως ποσοστό του AEΠ, ήταν μεγαλύτερες, όταν εγκατέλειψε την εξουσία η σιδηρά κυρία, από ό,τι τη xρονιά που είxε αναλάβει την πρωθυπουργία για πρώτη φορά. Kαι ο λόγος ήταν ακριβώς το κόστος των… ιδιωτικοποιήσεων. Διότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, για να αναλάβουν το έργο της λειτουργίας των σιδηροδρόμων για παράδειγμα, ήταν τόσο μεγάλο που οι δαπάνες του προϋπολογισμού ήταν τελικά μεγαλύτερες από το αν οι επιχειρήσεις αυτές παρέμεναν υπό δημόσιο έλεγχο».
Επιπλέον, σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού Ευρωπαϊκών θεμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου Πήτερ Χάιν το 2001 «Οι χειρότεροι σιδηρόδρομοι της Ευρώπης είναι οι βρετανικοί», ενώ σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Βρετανός υπουργός Μεταφορών, Στήβεν Μπάιερς για το χάος που έχει δημιουργηθεί στο χώρο των μεταφορών υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση των Τόρι, που ιδιωτικοποίησε τους βρετανικούς σιδηροδρόμους! Ενώ ο Πολ Κρούγκμαν, μ’ αφορμή το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει στις ΗΠΑ λόγω της κερδοσκοπικής χρεοκοπίας του ιδιωτικού ολιγοπωλίου ηλεκτρικής ενέργειας Enron, έγραφε: «H αλήθεια είναι ότι θεσμοί-κλειδιά που υποστηρίζουν το οικονομικό μας σύστημα έχουν διαφθαρεί. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι σε ποια έκταση και μέχρι ποιο ύψος αυτή η διαφθορά εκτείνεται» (New York Times, 18/1/02).
Ο δανεισμός ως μοχλός υποτέλειας
Η Θάτσερ δεν δίστασε να οδηγήσει την χώρα της σ’ έναν από του πιο τυχοδιωκτικούς πολέμους στην μεταπολεμική της ιστορία με μόνο σκοπό να φέρει στην επιφάνεια τα πιο συντηρητικά ένστικτα του John Bull προκειμένου να σταθεροποιήσει την πρωθυπουργία της και να συνεχίσει την κοινωνική ρεβάνς. Ο πόλεμος των Φόκλαντ ξεκίνησε την Παρασκευή 2 Απριλίου 1982, όταν οι ένοπλες δυνάμεις της Αργεντινής αποβιβάστηκαν στα νησιά Φόκλαντ και τα ανακήρυξαν μέρος της επικράτειας του κράτους τους. Στην ενέργεια αυτή η Αργεντινή εξωθήθηκε από τους ίδιους τους Βρετανούς, που αποτελούσαν μάλιστα εκείνη την εποχή κι έναν από τους μεγαλύτερους δανειστές της χώρας. Μετά την αποβίβαση των δυνάμεων της Αργεντινής, η Θάτσερ αποστέλλει αμέσως μια ναυτική δύναμη κρούσης με σκοπό να αναμετρηθεί με τον ναυτικό και την αεροπορία της Αργεντινής και να ανακαταλάβει τα νησιά με αμφίβια επιχείρηση. Η σύγκρουση διάρκεσε 74 ημέρες και έληξε με την παράδοση της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1982 και την επιστροφή των νησιών υπό Βρετανική κυριαρχία.
Η Θάτσερ φρόντισε να δικαιολογήσει τον πόλεμο με οχετό προπαγάνδας εναντίον των πολεμοκάπηλων της Αργεντινής και ορυμαγδό αναφορών στο θιγμένο Βρετανικό μεγαλείο και την ισχύ στη θάλασσα που χαρακτήριζε την πάλαι ποτέ θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα πώς θα σας φαινόταν αν σας έλεγα ότι η Θάτσερ έτρεξε λίγους μήνες μετά την ήττα της Αργεντινής και με τις τρομπέτες της νίκης να παιανίζουν ακόμη την επικράτηση της Βρετανίας εναντίον του «βδελυρού εχθρού», να συνάψει νέα δάνεια στην ηττημένη χώρα; Κι όμως έτσι έγινε. Λίγους μήνες μετά την λήξη του πολέμου η Θάτσερ πρωτοστάτησε να τεθεί η Αργεντινή υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ και να προχωρήσει η Βρετανία σε νέα δάνεια στην ήδη υπερχρεωμένη και ηττημένη χώρα.
Φυσικά, μια τέτοια ενέργεια πυροδότησε τις εύλογες αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο κόμμα της, τους τόριδες. Τον Δεκέμβριο του 1982, σε ερώτηση βουλευτού η Θάτσερ αποκαλύπτει όχι μόνο ότι δεν πρόκειται να επιβάλλει η κυβέρνησή της κανέναν περιορισμό στις βρετανικές τράπεζες προκειμένου να μην παράσχουν άλλα δάνεια στην Αργεντινή, αλλά ότι έχουν προχωρήσει οι διαπραγματεύσεις διαμέσου του ΔΝΤ έτσι ώστε να δοθούν από την Βρετανία νέα δάνεια στην Αργεντινή. «Αυτά τα δάνεια δεν είναι για αγορές όπλων, αλλά να βοηθήσουν την Αργεντινή να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της, πολλά από τα οποία ανήκουν σε κατοίκους αυτής της χώρας. Υποστηρίζουμε το ΔΝΤ στις προσπάθειές του να διατηρήσει την σταθερότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος», είπε η Θάτσερ.
Την ίδια περίοδο τα εργατικά συνδικάτα στην Αργεντινή είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στην συμφωνία με το ΔΝΤ και ζητούσαν να κηρυχτεί το χρέος παράνομο, να σταματήσει η πληρωμή του και να διαγραφεί μονομερώς. Η κυβέρνηση της Αργεντινής μαζί με τα παπαγαλάκια των δανειστών της χώρας απαντούσαν με τον γνωστό τρόπο: η χώρα θα πτωχεύσει και τότε οι δανειστές θα τα κατάσχουν όλα, δεν θα μείνει τίποτε, Αργεντινή θα απομονωθεί κοκ. «Έχουν περισσότερα να χάσουν από εμάς», απαντούσαν εργατικά συνδικάτα, όταν απειλήθηκαν με κατασχέσεις, ζητώντας από την κυβέρνηση να προχωρήσει σε εθνικοποιήσεις πολυεθνικών επιχειρήσεων, υποδομών και φυσικού πλούτου.
Την περίπου περίοδο είχε ξεσπάσει σάλος στο βρετανικό κοινοβούλιο με το γεγονός ότι η Θάτσερ ευνοούσε τον εκ νέου δανεισμό της Αργεντινής από Βρετανικές τράπεζες και πολλοί βουλευτές έλεγαν ότι με τον τρόπο αυτό η βρετανική κυβέρνηση ευνοούσε τον πολεμικό εξοπλισμό της Αργεντινής λίγους μόλις μήνες μετά τον πόλεμο των Φόκλαντ. Η απάντηση της Θάτσερ έμεινε παροιμιώδης για την κυνική ειλικρίνεια που την διέκρινε πάντα: «Πρώτο, αν δεν υπήρχε κανένα δάνειο είτε από το ΔΝΤ, είτε από τις εμπορικές τράπεζες υπήρχε η πιθανότητα η Αργεντινή να προχωρήσει σε παύση πληρωμών. Αν προχωρούσε σε παύση πληρωμών θα διέθετε ακόμη περισσότερα χρήματα για να αγοράσει όπλα απ’ ότι αν συνέχιζε να εξυπηρετεί το χρέος. Αυτό είναι ένα γεγονός της ζωής. Επιπλέον, αν δεν έπαιρνε κάποιο είδος βοήθειας θα μπορούσε να κάνει παύση πληρωμών προς τρίτες χώρες και έτσι να πυροδοτήσει την κατάρρευση δύσκολων και ευαίσθητων πακέτων που έχουν συναφθεί διαμέσου του ΔΝΤ με αυτές τις χώρες. Επομένως, ήταν προς το συμφέρον μας να κάνουμε ότι κάναμε, τόσο διαμέσου του ΔΝΤ, όσο και διαμέσου μιας συμφωνίας για δυο εμπορικά δάνεια υπό διαφορετικές συνθήκες.»
Με άλλα λόγια: «Η εναλλακτική λύση θα ήταν η Αργεντινή να σταματήσει να πληρώνει. Αν μια χώρα πάψει να πληρώνει για όλα τα προηγούμενα χρέη της, περισσότερα χρήματα και πόροι απελευθερώνονται για την αγορά μελλοντικών όπλων απ’ ότι θα συνέβαινε αν υποχρεωνόταν να συνεχίσει τις πληρωμές στα προηγούμενα χρέη της. Αυτό είναι ολοφάνερο.» Σε άλλη περίπτωση, η Θάτσερ ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη: «Τα δάνεια για την Αργεντινή συνήφθησαν σε συνδυασμό με την συμφωνία με το ΔΝΤ, η οποία επιτρέπει στην Αργεντινή να πληρώνει τα παλιότερα χρέη της και επίσης να θέσει σε υγιή βιομηχανική τάξη την οικονομία της. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία κάποιος για να αντιληφθεί ότι η εναλλακτική θα ήταν η πτώχευση της Αργεντινής. Αν η Αργεντινή προχωρούσε σε κάτι τέτοιο και τα παλιότερα χρέη της εξαφανίζονταν, έχοντας το σημερινό ισοζύγιο πληρωμών, θα διέθετε περισσότερο διαθέσιμο ρευστό για να προχωρήσει σε αγορές όπλων υπό αυτές τις συνθήκες απ’ ότι αν εξακολουθούσε να πληρώνει τα χρέη της.»
Προσέξατε τι λέει; Σύμφωνα με την Θάτσερ, αν η Αργεντινή πτώχευε, δηλαδή αν χρεοκοπούσε, αθετώντας την πληρωμή των χρεών της, δεν θα συνέβαινε τίποτε από όλα αυτά που λένε τα παπαγαλάκια των δανειστών και οι πουλημένες κυβερνήσεις. Ούτε θα απομονωνόταν, ούτε θα υπήρχαν κατασχέσεις, ούτε τίποτε απ’ όλα τα φοβερά και τρομερά λέγονται προκειμένου να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Το μόνο που θα συνέβαινε θα ήταν να σβήσουν, να εξαφανιστούν τα παλιά της χρέη. Κι αυτό θα συνέβαινε σε οποιαδήποτε χώρα προχωρήσει σε επίσημη πτώχευση, χρεοκοπία.
Και τότε, τι θα συνέβαινε τότε; Κάτι πολύ απλό. Θα περίσσευε μετρητό και πόροι για να τους αξιοποιήσει όπου αλλού θα ήθελε η πρώην οφειλέτρια χώρα, ακόμη και σε πρόσθετους εξοπλισμούς για την άμυνά της.
Για να παραμείνει η χώρα αδύναμη και υποχείριο των τραπεζών και των μεγάλων δυνάμεων, τότε πρέπει να φροντίσει το ΔΝΤ με νέα δάνεια και πολιτικές προσαρμογής να συνεχίσει την πληρωμή των χρεών της. Να γιατί υπάρχει από τότε το ΔΝΤ και επεμβαίνει στις διάφορες χώρες που φτάνουν στο αμήν με τα χρέη τους και κινδυνεύει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και οι μεγάλες οικονομίες, από μια πιθανή πτώχευση, ή χρεοκοπία του κράτους οφειλέτη. Να γιατί το ΔΝΤ επεμβαίνει με πολιτικές οριζόντιων περικοπών και λιτότητας προκειμένου η οφειλετρια χώρα να συνεχίσει να χρειάζεται νέα δάνεια για την πληρωμή των παλιότερων χρεών και έτσι να παραμείνει υποχείριο των μεγάλων και των ισχυρών.
Την βαριά κληρονομιά της Θάτσερ και της κοινωνικής ρεβάνς ζούμε σήμερα. Τα απανωτά κύματα ιδιωτικοποιήσεων, απορύθμισης των αγορών, ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου, συντριβής εργασιακών, κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων, μετατροπής της ίδιας της κοινωνίας και της πολιτικής σε πεδίο ανοιχτής αναμέτρησης και ανταγωνισμού για την επιβολή του ισχυρότερου γέννησε την παγκόσμια κρίση που βιώνουμε σήμερα.
Υπάρχει βέβαια και ο νόμος της ιστορικής ανταπόδοσης, αυτό που οι θεοσεβούμενοι αποκαλούν θεία δίκη και δεν επιτρέπει σε κανέναν να μην πληρώσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς του σ’ αυτή την ζωή. Έτσι και η Θάτσερ. Μπορεί να νίκησε πολιτικά, αλλά πέθανε σακατεμένη από την άνοια και την ακράτεια σε τέτοιον βαθμό που είχε καταντήσει ανθρώπινο ράκος. Άξιος ο τρόπος που πέθανε και ανάλογος με την ζωή της. Ελπίζω να πάρουν το μαθημά τους όλοι οι σημερινοί μαθητευόμενοι μάγοι της κοινωνικής ρεβάνς. Κανείς δεν γλυτώνει. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλοι καλούνται να πληρώσουν τοις μετρητοίς και πάντα σε τούτη την ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο Χωνί, 14/4/2013

Leave a Reply