«

»

Apr 20

Ἐπίκαιρο χειρόγραφο τοῦ θρυλικοῦ Στρατηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης Ἰωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864)

«Ὅταν μου πειράξουν τήν πατρίδα καί τή θρησκεία μου, θά μιλήσω, θά’ νεργήσω κι’ ὅ, τί θέλουν ἄς μου κάνουν»

Τότε, ἐκεῖ πού καθόμουν εἰς τό περιβόλι μου καί ἔτρωγα ψωμί, πονώντας ἀπό τίς πληγές, ὅπου ἔλαβα εἰς τόν ἀγώνα καί περισσότερο πονώντας διά τίς μέσα πληγές ὅπου δέχομαι διά τά σημερινά δεινά της Πατρίδος, ἦλθαν δύο ἐπιτήδειοι, ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, μισομαθεῖς καί ἄθρησκοι, καί μοῦ ξηγῶνται ἔτσι: «Πουλᾶς Ἑλλάδα, Μακρυγιάννη»;

Ἐγώ, στήν ἄθλιαν κατάστασίν μου, τούς λέγω: «Ἀδελφοί, μέ ἀδικεῖτε. Ἑλλάδα δέν πουλάω, νοικοκυραῖγοι μου. Τέτοιον ἀγαθόν πολυτίμητον δέν ἔχω εἰς τήν πραμάτειάν μου. Μά καί νά τό’ χά, δέν τό’ δινα κανενός. Κι’ ἄν πουλιέται Ἑλλάδα, δέν ἀγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τόν κόσμον ἐσεῖς λογιώτατοι, νά μήν θέλει νά ἀγοράσει κάτι τέτοιο».

Ἔφυγαν αὐτοί. Κι’ ἔκατσα σέ μίαν πέτραν μόνος καί ἔκλαιγα. Μισός ἄνθρωπος καταστάθηκα ἀπό τό ντουφέκι τοῦ Τούρκου, τσακίστηκα εἰς τίς περιστάσεις τοῦ ἀγώνα καί κυνηγιέμαι καί σήμερον. Κυνηγιῶνται καί ἄλλοι ἀγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι ἐγώ εἶμαι ὁ τελευταῖος καί ὁ χειρότερος. Καί οἱ πιό καλύτεροι ὅλων ἀφανίστηκαν.

Αὐτοί πού θυσίασαν ἀρετή καί πατριωτισμόν, γιά νά εἰπωθεῖ ἐλεύτερη ἡ Ἑλλάδα κι’ ἐχάθηκαν φαμελιές ὁλωσδιόλου, εἶπαν νά ζητήσουν ἕνα ἀποδειχτικόν πού νά λέγει ὅτι ἔτρεξαν κι’ αὐτοί εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καί Τοῦρκο δέν ἄφηκαν ἀντουφέκιγο.

Πῆγε να΄’ νεργήσει ἡ Κυβέρνηση καί βγῆκαν κάτι τσασίτες καί σπιγοῦνοι, πού δουλεύουν μίσος καί ἰδιοτέλεια, καί εἶπαν «ὄχι». Καί εἶπαν καί βρισιές παλιές διά τούς ἀγωνιστές. Γιά νά μήν πάρουν τό ἀποδειχτικόν, ἕνα χαρτί πού δέν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα νά θυμᾶσαι ἐσύ αὐτούς ὅπου, διά τήν τιμήν καί τήν λευτερίαν σου, δέν λογαρίασαν θάνατο καί βάσανα. Κι’ ἄν ἐσύ τούς λησμονήσεις, θά τούς θυμηθοῦν οἱ πέτρες καί τά χώματα, ὅπου ἔχυσαν αἵματα καί δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τούς παντίδους, πού θέλουν νά μᾶς πάρουν τόν ἀγέρα πού ἀναπνέομεν καί τήν τιμήν πού μέ ντουφέκι καί γιαταγάνι πήραμε. Ἐμεῖς τό χρέος, τό κατά δύναμιν, ἐπράξαμεν. Καί αὐτοί βγῆκαν σήμερον νά προκόψουν τήν Πατρίδα. Μᾶς γέμισαν φατρία καί διχόνοιαν. Καί τήν Πατρίδα δέν τήν θέλουν Μητέρα κοινή. Ἀμορόζα εἰς τά κρεβάτια τους τήν θέλουν. Γι’ αὐτό περνοῦν καί ρεθίζουν τόν κόσμον μέ τέχνες καί καμώματα.

Καί καζαντίσαν αὐτοί πουγγιά καί ἀγαθά καί ἀφήκαν τούς ἀγωνιστές, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά εἰς τήν ἄκρην. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀνθρώπινοι λύκοι, πού φέραν δυστυχήματα καί κίντυνον εἰς τόν τόπον. Ἄς ὄψονται.

Τότε πού ἡ Τουρκιά ἐκατέβαινε ἀπό τά ντερβένια καί ὀλίγοι ἔτρεχαν μέ ὀλίγα ντουφέκια, μέ τριχιές δεμένα, νά πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ἤ θάνατον, οἱ φρόνιμοι ἀσφάλιζαν τίς φαμελιές τους εἰς τά νησιά κι’ αὐτοί τρέχαν εἰς ρεματιές καί βουνά, μή βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ ὅταν ἀκοῦγαν τά ντισμπάρκα τῶν Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους τήν Πατρίδα καί κυνηγοῦν τούς ἀγωνιστές.

Συνέχεια ΕΔΩ!

Leave a Reply